Σάββατο 18 Μαΐου 2019

Η Ειδωλολατρία κατά τα συγγράμματα των απολογητών



Νικόλαος Τζιράκης
Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών
Είναι γνωστό ότι ή Ιστορική ζωή του Χριστιανισμού είναι στενώς συνυφασμένη με την ιστορία των πηγών του. Σημαντικό τμήμα των πηγών του αρχέγονου Χριστιανισμού αποτελούν τα έργα των Απολο­γητών και κατά κύριο λόγο οι Απολογίες, παραλήπτες των οποίων υπήρξαν οι πολιτικοί και πολιτειακοί φορείς της εποχής. Την ανάγκη βαθύτερης μελέτης των Απολογητών και ιδιαιτέρως της αναφοράς τους στη σχέση Ελληνισμού-εθνισμού και Χριστιανισμού δεν την επιβάλλει μόνο το γεγονός ότι οι Απολογητές υπήρξαν κατά την εποχή τους και προ της εισόδου τους στον Χριστιανισμό φιλόσοφοι ή φιλοσοφούντες, επομένως και ειδωλολάτρες· την επιβάλλει και η εποχή μας, κατά την οποία η ελληνορθόδοξη αυτοσυνειδησία καλείται να επιβεβαιώσει ή να διαψεύσει τη γνησιότητα και την αυθεντικότητά της. Την τελευταία άποψη θεωρούμε πολύ σημαντική αν τη συνδέσου­με με την ιστορική συγκυρία της παρατεταμένης υποχώρησης των ανθρωπιστικών και κλασικών εν γένει σπουδών και το αυτονόητο κατά την κρίση μας χρέος της ορθόδοξης θεολογίας, όχι απλώς να ανταπο­δώσει τη φιλοφρόνησή της στην κλασική ελληνική παιδεία για όσα η τελευταία προσέφερε στον αρχέγονο Χριστιανισμό, αλλά και να σταθεί αρωγός και θερμός συμπαραστάτης του σύγχρονου ανθρώ­που, ο οποίος παραπαίει αναζητώντας με αγωνία το πνευματικό του στίγμα στο λυκαυγές της τρίτης μ.Χ. χιλιετίας πέρα από τα ηχηρά κηρύγματα της παγκοσμιοποίησης και της νέας τάξης πραγμάτων.

Η εμφάνιση των Απολογητών σε μια καθοριστική στιγμή για τη ζωή και το έργο της Εκκλησίας δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί από τον μελετητή του έργου της Εκκλησίας ως ενέργεια της Θείας Πρόνοι­ας. Η με κατάλληλο γλωσσικό ένδυμα και ανάλογα επιχειρήματα πα­ρουσίαση και εν ταυτώ υπεράσπιση της εξ αποκαλύψεως χριστιανι­κής αλήθειας ενώπιον των επίσημων πολιτειακών και κρατικών αρ­χών, των «πεπαιδευμένων» τάξεων και των άλλων ποικίλων ομάδων της κοινωνίας της ελληνορωμαϊκής αυτοκρατορίας, δεν ήταν δυνα­τό φυσικά να αναληφθεί από απλά μέλη της χριστιανικής κοινότητας, τα οποία βίωναν το περιεχόμενο της θείας Αποκαλύψεως «εν αγαλλιά­σει και αφελότητι καρδίας αινούντες τον θεόν και έχοντες χάριν προς όλον τον λαόν», σύμφωνα με τη διήγηση των Πράξεων των Απο­στόλων (2, 46-47).

Τούτο το βαρύ καθήκον ανέλαβαν οι Απολογητές, οι οποίοι ως προς το περιεχόμενο των Απολογιών τους στηρίχθηκαν στις πηγές της Χριστιανικής Αποκάλυψης (Παλαιά και Καινή Διαθήκη) και ως προς τη μορφή χρησιμοποίησαν ορολογία και διατύπωση που προέρχον­ταν από την ελληνική φιλοσοφία. Δηλαδή με τους Απολογητές επραγματοποιείτο η Ιστορική συνάντηση του πνευματικού περιβάλλοντος του κόσμου τούτου με τον Χριστιανισμό. Από τη θετική ή αρνητική έκβαση της συνάντησης αυτής θα κρινόταν σε μεγάλο βαθμό η απο­τελεσματική ή όχι συμμετοχή του ανθρώπου στο μυστήριο της εν Χρι­στώ αποκαλυφθείσης θείας αληθείας και, κατ' ακολουθίαν, η σωτη­ρία του ανθρώπου. Θα κρινόταν, επίσης, και το αν ο Χριστιανισμός θα αποδεχόταν ή θα απέρριπτε την Ιστορία, «η κάθαρσις και ο αγια­σμός της οποίας απετέλει τον κατ' εξοχήν στόχον του εν τω κόσμω προορισμού του», όπως προσφυώς παρατηρεί ο Ανδρέας Θεοδώρου1. Σήμερα δεν έχουμε δυσκολία, κατά τον ίδιο εμβριθή θεολόγο, να συμ­φωνήσουμε στο ότι: «Η θεολογία των Απολογητών... επεκροτήθη υπό της Εκκλησίας, αποτελέσασα την χρυσήν εκείνην βάσιν, επί της οποί­ας εστηρίχθη βραδύτερον το περίλαμπρον οικοδόμημα της αρχαίας Αλεξανδρινής θεολογίας... το έργον των εσημείωσε πράγματι εποχήν, όσον άφορα εις την ιστορικήν εξέλιξιν του δόγματος... και εις την υπ' αυτών χάραξιν μιας νέας θεολογικής αφετηρίας, η οποία έμελλε να σφραγίση ανεξιτήλως την πνευματικήν εξέλιξιν της ανθρωπότητος: την προσπάθειαν αρμονικής συζεύξεως της ελληνικής φιλοσο­φίας μετά του αποκεκαλυμμένου δόγματος του Χριστιανισμού»2.

Οι κύριοι λόγοι οι οποίοι από τη μια πλευρά ορίζουν και από την άλλη δικαιώνουν το περιεχόμενο των Απολογιών είναι, κατά την κρί­ση μας, τρεις και έχουν μεταξύ τους στενή εσωτερική σύνδεση. Ο πρώτος έχει άμεση σχέση και αναφορά με την άδικη και συγχρόνως αήθη επίθεση εναντίον των Χριστιανών και εξηγεί σχεδόν αφ' εαυτού γιατί οι Απολογητές ανέλαβαν την υπεράσπιση των καταδιωκόμενων Χριστιανών. Οι Χριστιανοί αποτελούσαν το υγιέστερο τμήμα των πο­λιτών του κράτους με το να πιστεύουν στον αληθινό Θεό και να τη­ρούν στη ζωή τους το θέλημά Του. Ο δεύτερος λόγος, απότοκος του πρώτου, αναφέρεται στην επίθεση εναντίον της ειδωλολατρίας και των ποικιλώνυμων θεών της. Εύκολα νοείται ο τρίτος λόγος, ο οποίος αναφέρεται στην προβολή και συγχρόνως στην έκθεση ή διατύπωση της περί του αληθινού Θεού πίστεως της Εκκλησίας. Είναι, θα λέ­γαμε, το ευαίσθητο και συγχρόνως κρίσιμο σημείο των Απολογιών. Το γιατί, δεν είναι δύσκολο να το μαντέψουμε. Οι Απολογίες απευ­θύνονται μέσω των κυρίων παραληπτών τους σε ένα ποικίλο πολιτικο-θρησκευτικό, πνευματικό και φιλοσοφικό περιβάλλον και πρέπει από τη μία πλευρά να επηρεάσουν θετικώς τους εθνικούς, δηλαδή τους ειδωλολάτρες, υπέρ της νέας πίστεως και από την άλλη να ενισχύσουν και να στηρίξουν το φρόνημα των Χριστιανών σε μία πολύ κρίσιμη για την Εκκλησία ιστορική συγκυρία. Το έργο τους μπορούσε με την ίδια σχεδόν ευκολία να επισύρει τον έπαινο αλλά και τον ψό­γο και την απόρριψη.

Κατά την κρίση μας, οι Απολογητές μέσω κυρίως των Απολογιών έφεραν εις πέρας με επιτυχία το επίμοχθο έργο τους, που συνίστατο αφ' ενός στην άρση της ιουδαϊκής αμφισβήτησης έναντι του Χρι­στιανισμού και αφ' ετέρου στην πολεμική που ασκούσε η φιλοσοφία ex principio υπό τον μανδύα της φιλοσοφικής κριτικής εναντίον της εν Χριστώ Ιησού Θείας Αποκαλύψεως. Βρίσκουμε γι' αυτό ορθή τη συνθετική άποψη ότι οι Απολογητές: «α) Στην ιουδαϊκή αντίθεση προς τη χριστιανική αποκάλυψη προέβαλλαν τη χριστοκεντρική ενό­τητα της Παλαιάς και Καινής Διαθήκης, η οποία επιβεβαιώνεται με την εκπλήρωση όλων των προφητειών στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού και αποδεικνύει τον προπαρασκευαστικό και παιδαγωγικό χα­ρακτήρα της Παλαιάς Διαθήκης στα πλαίσια του όλου μυστηρίου της εν Χριστώ θείας οικονομίας, β) Στη φιλοσοφική κριτική αντιπαρέθεταν αφ' ενός μεν την αποδοκιμασία της ελληνικής μυθολογίας, ειδωλολατρίας και ηθικής, αφ' ετέρου δε την εσωτερική σχέση ελλη­νισμού και Χριστιανισμού με τον μερικό φωτισμό των ελλήνων φιλο­σόφων από τον ίδιο Λόγο του Θεού, ο οποίος σαρκώθηκε εν Χριστώ και αποκάλυψε την πληρότητα της αλήθειας στον κόσμο (σπερματι­κός λόγος). Ωστόσο, γ) η διδασκαλία των Χριστιανών απολογητών ότι ο ίδιος Λόγος του Θεού ενεργούσε στην Παλαιά Διαθήκη και στους έλληνες φιλοσόφους για να προετοιμάσει την εν Χριστώ αποκάλυψη, ήταν θεμελιώδης αρχή για τη δημιουργία σημείων επαφής με τον Ιου­δαϊσμό και την ελληνική φιλοσοφία»3.


Εισερχόμεθα τώρα στο θέμα της αντιμετώπισης της ειδωλολατρί­ας επί τη βάσει των κειμένων των Απολογιών με μία, θα λέγαμε, ση­μειολογική παρατήρηση. Παρ' ότι διίστανται οι απόψεις, αν ο συγκαταριθμούμενος μεταξύ των αρχαιότερων χριστιανών απολογητών Κορδάτος ήταν Αθηναίος και μάλιστα επίσκοπος Αθηνών ή μικρασιάτης, μαθητής των Αποστόλων, ή αν επέδωσε στον αυτοκράτορα Αδριανό την απολογία του στην Αθήνα, συμφωνούμε με την άποψη του αείμνηστου Παναγιώτη Χρήστου, σύμφωνα με την οποία: «η Χρι­στιανική απολογητική έχει την κοιτίδα της εις την πόλιν των Αθηνών και παρέμεινε συνδεδεμένη μετ' αυτής, κατά τον ένα ή τον άλλον τρό­πον, επί πολύν χρόνον»4. Στο πολύ μικρό απόσπασμα της Απολογίας του Κορδάτου δεν γίνεται καμία αναφορά στην αρχαία ελληνική φι­λοσοφία, ούτε όμως και στην ειδωλολατρία.

Η αναφορά σε θέματα ειδωλολατρίας γίνεται στη συνέχεια σε όλες τις Απολογίες. Ο τρόπος παρουσίασης των σχετικών στοιχείων, ο βαθμός έντασης στην έκφραση του λόγου και η απαξίωση της ειδω­λολατρίας και όσων την αποδέχτηκαν είναι στοιχεία ανάλογα προς τον συγγραφέα του απολογητικού κειμένου, του παραλήπτη ή των παραληπτών της Απολογίας και του σκοπού τον οποίο επιδιώκει ή θεραπεύει η απολογητική προσπάθεια. Έτσι ο κατατασσόμενος στους Απολογητές αβέβαιης προέλευσης Ερμείας στην πραγματεία του με τον σκληρό τίτλο «Διασυρμός των έξω φιλοσόφων» λαμβάνει ως αφορ­μή το γνωστό χωρίο του Αποστόλου Παύλου «η γαρ σοφία του κό­σμου τούτου μωρία παρά τω Θεώ εστι» (Α' Κορ. 3, 19), όχι απλώς για να χτυπήσει την ειδωλολατρία, αλλά για να απαξιώσει συλλήβδην τους φιλοσόφους, οι οποίοι όχι μόνο δεν εκθέτουν τα δόγματά τους σύμφωνα με τον αγιογραφικό λόγο, αλλά «ούτε σύμφωνα ούτε ομόλογα... προς αλλήλους» (Διασυρμός, 1). Τούτο διαπιστώνεται από τη θέση που οι φιλόσοφοι λαμβάνουν στο θέμα κυρίως της ψυχής. Η εν λόγω διαφωνία των φιλοσόφων είναι αρνητική γιατί δεν βοηθεί στην εύρεση της αλήθειας. Τούτο συνάγει ο Ερμείας: α) από το πολυώνυ­μο της ψυχής. Οι στωικοί χρησιμοποιούν τα ονόματα «πυρ» και «αήρ». ο Ηράκλειτος «νους» και «κίνησις»· ο Πυθαγόρας «αναθυμίασις», «δύναμις από των άστρων ρέουσα» και «αριθμός κινητικός»· ο Ίππων «ύδωρ γονιμοποιόν». ο Δείναρχος «στοιχείον από στοιχείων» και «αρμονία»· ο Κριτίας «αίμα»· ο Πυθαγόρας «πνεύμα» και «μονάς». β) Την ηδονή της ψυχής άλλος την ονομάζει «αγαθόν», άλλος «κακόν», άλλος «μέσον αγαθού και κακού», γ) Ως προς τη φύση της ψυχής, άλλοι την θεωρούν «αθάνατον», άλλοι «θνητήν», άλλοι «ολίγον επιδιαμένουσαν». δ) Άλλοι «αποθηριούσιν» την ψυχήν, άλλοι την διαλύ­ουν «εις ατόμους», άλλοι την ενσωματώνουν «τρις» και άλλοι ορίζουν γι' αυτήν περιόδους «τρισχιλίων ετών». Αν και όλα αυτά οδηγούν σε «τερατείαν ή άνοιαν ή μανίαν ή στάσιν ή ομού πάντα», οι φιλόσοφοι προχωρούν και στη μετεμψύχωση. Έτσι ο άνθρωπος μπορεί να δει τον εαυτό του να μεταβάλλεται σε όλα τα θηρία: «χερσαία, ένυδρα, πτηνά, πολύμορφα, άγρια, τιθασσά, άφωνα, εύφωνα, άλογα, λογικά» κ.λ.π. Μάλιστα ο Εμπεδοκλής παρουσιάζει τον μετεμψυχωμένο άνθρω­πο ως θάμνο. Εκμεταλλευόμενος περαιτέρω ο Ερμείας τους λόγους του Σωκράτη στον μύθο του φτερωτού άρματος, λέγει για τον Πλάτω­να με αυξημένη δόση ειρωνείας: «πώς γαρ ου μέλλω πιστεύειν φιλοσόφω τω το Διός άρμα πεποιηκότι;». Ο Ερμείας θεωρεί ότι και το άρμα του Δία είναι είδωλο, όπως και ο θεός που το οδηγεί, δηλαδή ο Ζευς.

Ο απολογητής Αριστείδης έχει γράψει την αρχαιότερη σωζόμε­νη Απολογία. Τον αληθινό Θεό αρνούνται κατ' αυτόν όσοι ανήκουν στο ένα από τα τρία γένη των ανθρώπων στον κόσμο και αυτοί είναι οι προσκυνητές των λεγομένων θεών, δηλαδή οι ειδωλολάτρες. Τα άλλα δύο γένη είναι οι Εβραίοι και οι Χριστιανοί, ενώ οι ειδωλολά­τρες υποδιαιρούνται, επίσης, σε τρία γένη: τους Χαλδαίους, τους Έλληνες και τους Αιγυπτίους.


Οι Χαλδαίοι, απόγονοι του Βέελ (=Κρόνου) και της Ρέας «επλανήθησαν... και ήρξαντο "σέβεσθαι την κτίσιν παρά τον κτίσαντα" αυτούς... σέβονται γαρ τα φθαρτά στοιχεία και τα νεκρά αγάλματα και ουκ αισθάνονται ταύτα θεοποιούμενοι» (Απολογητές, σ. 55).

Όσον αφορά την τοποθέτηση του Αριστείδη έναντι των Ελλή­νων, αυτή είναι αρνητική, αν την συνδυάσουμε με την ανηθικότητα των θεών του ελληνικού πανθέου. Παρότι, λοιπόν, οι Έλληνες λέγουν ότι είναι σοφοί, και φαίνεται να μην το αρνείται ο Αριστείδης, εντού­τοις σημειώνει ότι «εμωράνθησαν... παρεισάγοντες θεούς πολλούς... μοιχούς, και φονείς, αργίλους και ζηλωτάς και... μαντικούς, πατροκτόνους και αδελφοκτόνους, κλέπτας και άρπαγας, χωλούς και κυλλούς και φαρμακούς και μαινομένους... και κοπτομένους και θρηνουμένους και εις ζώα μεταμορφουμένους... ίνα μοιχευθούν μετά του γένους θνητών γυναικών... και ηνώθησαν δια γάμου μετά των μητέ­ρων αυτών και αδελφών και θυγατέρων... όθεν γελοία και μωρά και ασεβή παρεισήγαγον οι Έλληνες... ρήματα, τους τοιούτους μη όντας προσαγορεύοντες θεούς κατά τας επιθυμίας αυτών τας πονηράς... Ει γαρ οι Θεοί αυτών ταύτα εποίησαν, πώς και αυτοί οι προσέχοντες αυτοίς άνΘρωποι ου τοιαύτα πράξουσιν;» (Απολογητές, σσ. 61-62).

Κλείνοντας τον κατάλογο των ειδωλολατρικών θεών των Ελλή­νων, ο Αριστείδης κάνει μια προσπάθεια αξιολόγησής τους, η οποία δεν ξεπερνά το πλαίσιο της ηθικής αποτίμησης. Κατά την κρίση μας, η στάση αυτή είναι η μόνη δυνατή για την αντιμετώπιση της υπάρ­χουσας κατάστασης κατά τη συγκεκριμένη εποχή. Η προσπάθεια δη­λαδή να αποδείξει κανείς το σαθρό ηθικό υπόβαθρο μιας ειδωλολα­τρικής θρησκείας χωρίς να στηρίζεται σε λόγους εμπάθειας, μονο­μέρειας ή και θρησκευτικού αποκλεισμού, είναι δυνατόν να ευδοκι­μήσει αν έχει ως αφετηρία και σημείο εκκίνησης την αλήθεια και, στην περίπτωση βεβαίως ενός χριστιανού, ως μόνο και αποκλειστι­κό κίνητρο την πραγματική σωτηρία του ανθρώπου ως εικόνας του Θεού. Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε στο σημείο αυτό ότι, όπως η επί του Όρους ομιλία του Χριστού αποτελεί κείμενο πρακτικού και ηθικού περιεχομένου, κανόνα ζωής εν Χριστώ, έτσι και ο τονισμός από τον Αριστείδη της ηθικής ανωτερότητας του Χριστιανισμού έναντι των ειδωλολατρικών θρησκειών, της ελληνικής μη εξαιρουμένης, αποτελεί το πρώτο σκαλοπάτι το οποίο οδηγεί στη θεολογία της κέ­νωσης, του σταυρού, της ανάστασης του Χριστού και της καθολικής σωτηρίας του ανθρώπου. Για τους λόγους αυτούς κρίνουμε τουλάχι­στον βεβιασμένη την τοποθέτηση όσων υποστηρίζουν ότι οι Απολο­γητές ασχολούνται στα κείμενά τους μόνο με ηθικά θέματα. Προσω­πική μας άποψη είναι ότι ο τρόπος αυτός ήταν ο προσφορότερος για τους Απολογητές και κατ' επέκταση για την Εκκλησία προκειμένου οι πάσης φύσεως ειδωλολάτρες να γνωρίσουν την αλήθεια της εν Χρι­στώ σωτηρίας.

Ανακεφαλαιώνοντας ο Αριστείδης τα περί ειδωλολατρικών θεών των Ελλήνων επισημαίνει: «Ταύτα πάντα και πολλά τοιαύτα και πολλώ πλέον αισχρότερα και πονηρά παρεισήγαγον οι Έλληνες... πλάσαντες περί των θεών αυτών, α ούτε λέγειν θέμις ούτ' επί μνή­μης όλως φέρειν. Όθεν λαμβάνοντες οι άνθρωποι αφορμήν από των θεών αυτών έπραττον πάσαν ανομίαν και ασέλγειαν και ασέβειαν καταμιαίνοντες γην τε και αέρα ταις δειναίς αυτών πράξεσιν» (Απολογητές, σ. 70).

Έχει, νομίζω, ιδιαίτερη σημασία να αναφέρω και εδώ ότι ο Αριστεί­δης δεν επιδιώκει να επιβαρύνει ιδιαιτέρως τη θέση των Ελλήνων λογίων και σοφών οι οποίοι δεν σκέφθηκαν και τούτο: ότι κρίνονται επί τη βάσει των νόμων τους οποίους αυτοί οι ίδιοι θέσπισαν. Οι σχετικοί συλλογισμοί παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον: Αν οι νόμοι, λέγει, είναι δίκαιοι, τότε είναι άδικοι οι θεοί που διέπραξαν παρανομίες, όπως: αλληλοκτονίες, φαρμακείες, μοιχείες, κλοπές και αρσενοκοιτίες. Αν πάλι όλα αυτά καλώς τα έπραξαν, είναι άδικοι οι νόμοι γιατί θε­σπίστηκαν εναντίον των θεών. Όμως οι νόμοι είναι καλοί και δίκαι­οι, γιατί επαινούν τα καλά και απαγορεύουν τα κακά. Άρα τα έργα των ειδωλολατρικών θεών είναι παράνομα και κατά συνέπεια είναι παράνομοι οι θεοί των Ελλήνων και όλοι όσοι εισήγαγαν τέτοιους θεούς είναι ένοχοι τιμωρίας και συγχρόνως ασεβείς. Αν, λοιπόν, οι ιστορίες των ποιητών και συγγραφέων περί των θεών είναι μυθικές, δεν είναι τίποτε άλλο παρά μόνο λόγια. αν είναι φυσικές, δεν είναι θεοί αυτοί που τις πραγματοποίησαν ή που έπαθαν σύμφωνα μ' αυτές· αν είναι αλληγορικές, οι σχετικές διηγήσεις είναι απλώς μύθοι!

Από τους συλλογισμούς αυτούς αποδεικνύεται κατά τον Αρι­στείδη ότι όλα τα περί των ειδωλολατρικών θεών είναι «πολύθεα σεβάσματα πλάνης... και απωλείας», δηλαδή είδωλα, ο δε άνθρωπος πρέπει να υπερβεί τα έργα του τεχνίτη και να βρει «τον δημιουργόν του τεχνίτου», τον αληθινό Θεό.

Ο Αθηναγόρας, αν και απολογητής του Χριστιανισμού, δίνει στο έργο του περισσότερο φιλοσοφικό παρά θεολογικό χρώμα, ενώ δεν αναφέρεται ούτε μία φορά στην Απολογία του το όνομα Χριστός. Η διευκρίνηση ότι ο Αθηναγόρας «παραμέρισε τη βιβλική θεμελίωση, διότι επιθυμούσε να δείξει την ορθότητα της πίστεώς του με επιχει­ρήματα, που δεν αμφισβητούσαν οι κατήγοροι της Εκκλησίας» είναι και κατά την άποψή μας ορθή5. Τα επιχειρήματά του ο Αθηναγόρας τα εκθέτει με νηφαλιότητα, ευγένεια και αξιοπρέπεια πεπεισμένος για την αποτελεσματικότητα του φιλικού και σεμνού λόγου, με τον οποίο πιστεύει ότι μπορεί να επιτύχει περισσότερα από όσα, αν χρη­σιμοποιεί καταιγιστικό λόγο. Σ' αυτό συνηγορεί και το γεγονός ότι φιλόσοφος ο ίδιος απευθύνεται σε φιλοσόφους, όπως ονομάζει τους παραλήπτες της Πρεσβείας. Ζητεί, λοιπόν, να έχουν και οι Χριστια­νοί το δικαίωμα να ασκούν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα, όπως τα ασκούν και οι μη Χριστιανοί, δηλαδή οι ειδωλολάτρες: Τρώες, Λα­κεδαιμόνιοι, Αθηναίοι αλλά και οι Αιγύπτιοι, οι οποίοι θεωρούν θε­ούς τους: «αιλούρους και κροκοδείλους και όφεις και ασπίδας και κύνας». Ωστόσο, εντύπωση προκαλεί ο παραλληλισμός τον οποίο επι­χειρεί μεταξύ των Χριστιανών και των «από φιλοσοφίας κρινομένων» και ζητεί να εφαρμοσθεί ισοδικία.

Επίρρωση των όσων αναφέρει ο Αθηναγόρας για την άρση της κατηγορίας περί αθεΐας των Χριστιανών θεωρούμε την προσπάθειά του να αποδείξει ότι: «Και οι ποιηταί... και φιλόσοφοι ουκ έδοξαν άθεοι, επιστήσαντες περί θεού» (Απολογητές, σ. 97). Κατά τον Απο­λογητή, περί του ενός Θεού ομιλούν και οι ανήκοντες στη σχολή του Πυθαγόρα: Φιλόλαος, Λύσις και Όψιμος, αλλά και ο Πλάτων, όταν λέγει: «Τον δε ποιητήν και πατέρα τούδε του παντός ευρείν έργον και ευρόντα εις πάντας αδύνατον λέγειν, ένα αγέννητον και αΐδιον νοών θεόν» (όπ.π., σ. 97). Ο Πλάτων δεν θα παρέδιδε τα ανωτέρω, αν γνώριζε και άλλους θεούς, όπως τον ήλιο, τη σελήνη, τους αστέ­ρες κ.λπ. Τα ίδια ισχύουν και για τον Αριστοτέλη και όσους τον ακο­λουθούν. Ό,τι διαφοροποιεί τους ποιητές και τους φιλοσόφους από τους Χριστιανούς είναι ότι οι πρώτοι δεν έμαθαν από τον Θεό «πε­ρί θεού... αλλά παρ' εαυτού έκαστος» (όπ.π., σ. 100), ενώ οι Χρι­στιανοί μπορούν να εκφράσουν την πίστη τους «αληθείας σημείοις και λόγοις». Η επισήμανση αυτή υποκρύπτει σαφή μάλλον αναφο­ρά στη Γραφή και την υπάρχουσα παράδοση και όχι μόνο στους Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης. Η προσπάθειά του, όμως, να βρί­σκεται πλησιέστερα στους φιλοσόφους, ώστε να μην εξοργίσει τις αρχές, και η σκέψη του ότι απευθύνεται σε ειδωλολάτρες, τους οποί­ους επιθυμεί να επηρεάσει υπέρ της νέας πίστης με οικείο σ' αυτούς λόγο και ανάλογα επιχειρήματα, τον υποχρεώνουν να εμφανίσει το κείμενό του με τη μορφή που το έχουμε. Εντός αυτού του πνεύματος μπορεί ευκολότερα να αξιοποιήσει τη μαρτυρία των Προφητών, οι οποίοι «πνεύματι ενθέω εκπεφωνήκασι και περί του θεού και περί των του θεού» (όπ.π., σ. 101). Μόνος ο «λογισμός» του λόγου, θα λέ­γαμε, δεν είναι ικανός να μας οδηγήσει στον Θεό. Ο άνθρωπος πρέπει να έχει τον «λογισμόν της πίστεως» (σ. 102). Γι' αυτό, αν και προσπαθεί να αποδείξει το άτοπο της διθεΐας και έτι περισσότερο της πολυθεΐας με όντως φιλότιμη λογική επιχειρηματολογία (χρησι­μοποιεί το παράδειγμα του ανθρωπίνου σώματος, το οποίο καίτοι πο­λυμερές [χέρια, πόδια κ.λπ.] είναι ένα), ο ίδιος δεν ικανοποιείται από την επάρκεια της λογικής του απόδειξης: «Ει μεν ουν ταις τοιαύταις εννοίαις απηρκούμεθα, ανθρώπινον αν τις είναι τον καθ' ημάς ενόμιζεν λόγον». Γι' αυτό λέγει ότι «αι φωναί (των προφητών)... πιστούσιν ημών τους λογισμούς» (σ. 103), κατά το παράδειγμα του αυλού και του αυλητή. Αντιδιαστέλλοντας ο Αθηναγόρας τη διδασκαλία των Χριστιανών προς τη μυθοποιία των ποιητών, παρατηρεί ότι οι θεοί των ποιητών δεν είναι καλύτεροι των ανθρώπων.

Οι Χριστιανοί διακρίνουν σαφώς την ύλη από τον Δημιουργό και τον τεχνίτη από την τέχνη του, κάτι βεβαίως το οποίο δεν μπορούν να κάνουν οι ειδωλολάτρες. Προκειμένου μάλιστα να τους βοηθήσει, ο Αθηναγόρας χρησιμοποιεί σχετικό χωρίο από τον Τίμαιο του Πλά­τωνα (28b). Το βασικό ερώτημα, το οποίο έθεσε ο Τίμαιος στον Σω­κράτη, έχει ως εξής: Τί είναι εκείνο που υπάρχει πάντα χωρίς να γεννάται ποτέ και τί είναι εκείνο το οποίο γεννάται αλλά ποτέ δεν υπάρχει; (Τίμαιος 27b)). Ο Τίμαιος δίνει την ακόλουθη ερμηνεία. Το πρώτο μέρος του ερωτήματος μπορεί να το αντιληφθεί κανείς με τη νόηση, σκεπτόμενος λογικά («νοήσει μετά λόγου περιληπτόν»), για­τί το αγέννητο βρίσκεται πάντα στην ίδια κατάσταση, είναι αμετά­βλητο. Το δεύτερο μέρος του ερωτήματος το προσεγγίζει κανείς με τη γνώμη («δόξα») σε συνεργασία με την αίσθηση, η οποία όμως δεν λει­τουργεί λογικά («δόξη μετ' αισθήσεως αλόγου δοξαστόν») (Απολο­γητές, σ. 116).

Ο Αθηναγόρας τονίζει στους ειδωλολάτρες - διώκτες των Χριστια­νών ότι είναι βαθείς γνώστες σύνολης της κλασικής ελληνικής παιδεί­ας και μυθολογίας, όπως και ο ίδιος. Γνωρίζουν, λοιπόν, ότι τα γένη και τα ονόματα των θεών είναι «νεώτερα» αφού οι εικόνες τους, δηλ. τα αγάλματά τους, «χθες και πρώην γεγόνασιν» (όπ.π., σ. 116). Τα ονόματα τα έδωσαν οι Ορφεύς, Όμηρος και Ησίοδος, όπως επιβε­βαιώνει και ο Ηρόδοτος. Τότε, βεβαίως, δεν υπήρχαν εικόνες, γιατί δεν είχαν εφευρεθεί ακόμη οι τέχνες: πλαστική, γραφική και ανδριαντοποιητική. Το συμπέρασμα του Απολογητή είναι ότι οι θεοί των αρχαί­ων Ελλήνων είναι νεότεροι των δημιουργών τους, αφού γεννήθηκαν από ανθρώπους και από την τέχνη. Όλα, επομένως, τα δημιουργή­ματα της τέχνης που αφορούν σε θεούς είναι «γη... και λίθοι και ύλη και περίεργος τέχνη» (όπ.π., σ. 117). Δηλαδή και οι εικόνες δεν είναι γνήσιες, αφού οι θεοί δεν υπάρχουν!

Ο Αθηναγόρας δεν αποφεύγει να θίξει και τον λόγο για τον οποίο οι ειδωλολάτρες πιστεύουν ότι οι εικόνες, δηλαδή τα αγάλμα­τα, κάνουν θαύματα. Δράστες των νομιζομένων θείων ενεργειών (δη­λαδή των θαυμάτων) είναι οι δαίμονες ως σφετεριστές των ονομάτων των θεών. Ότι δε οι δαίμονες δεν είναι θεοί, το επιβεβαιώνουν και μαρτυρίες φιλοσόφων, όπως του Θαλή, ο οποίος ομιλεί περί θεού, δαι­μόνων και ηρώων, και του Πλάτωνα, ο οποίος ομιλεί περί αγέννητου θεού, πλανητών, απλανών αστέρων και δαιμόνων (όπ.π., σ. 127). Είναι μάλιστα αξιοσημείωτη η προσέγγιση του Αθηναγόρα, όταν ομιλεί περί του φτερωτού άρματος, το οποίο οδηγεί «ο μέγας ηγεμών εν ουρανώ Ζευς». Δεν πρόκειται πράγματι για τον Δία, αλλά «έστι... εν τούτω όνομα τω ποιητή των όλων» (όπ.π., σ. 128). Ο Πλάτων δηλα­δή χρησιμοποιεί το όνομα του Δία, επειδή δεν μπορούσε να χρησιμο­ποιήσει για τον θεό άλλο όνομα πλέον σημαντικό και «δημώδες». Η αταξία, την οποία έφεραν στη γη «οι άγγελοι οι εκπεσόντες των ουρανών» και κυρίως ο άρχων της ύλης, ο οποίος: «εναντία τω αγαθώ του θεού επιτροπεύει και διοικεί» (όπ.π., σ. 131), απασχολεί τον Αθηναγόρα. Ο Απολογητής καταφεύγει σε ένα απόσπασμα του Ευριπί­δη, στο οποίο φέρεται να λέγει ο μεγάλος τραγικός: «Συχνά απα­σχόλησε τον ψυχικό μου κόσμο αν η τύχη ή ένας δαίμονας κυβερνά τα ανθρώπινα πράγματα.«αφασία», όσον αφορά στο ερώτημα: σε ποιον ανήκει η διοίκηση των πραγμάτων πάνω στη γη. Καταλήγει, λοιπόν, ο Απο­λογητής στο συμπέρασμα ότι πίσω από όλες τις αισχρές πράξεις των ειδωλολατρικών θεών κρύπτονται δαίμονες, αφού «ο θεός τελείως αγαθός ων αϊδίως αγαθοποιός εστιν» (Απολογητές, σ. 132-133). γιατί παρ' ελπίδα και παρά το δίκαιο άλλοι χάνουν το σπιτικό τους εγκαταλελειμμένοι από τον θεό, ενώ άλλοι είναι ευτυχισμένοι» (όπ.π., σ. 131). Κατά τον Αθηναγόρα, ο Ευριπίδης βρέθηκε σε Τη βαρύτατη κατηγορία εναντίον των Χριστιανών για ανθρωπο­θυσίες και ανθρωποβορία (καννιβαλισμός) αρνείται ο Αθηναγόρας με ένα ερώτημα, το οποίο διαφοροποιεί ως προς την ανθρωποκτονία τον Χριστιανό πιστό από τον ειδωλολάτρη: «Τις αν... ανάστασιν πεπιστευκώς επί σώμασιν αναστησομένοις εαυτόν παράσχοι τάφον;».

Ο Θεόφιλος τοποθετείται εναντίον των ειδωλολατρών στην εργασία του προς Αυτόλυκον με ιδιαίτερα σκληρό και αυστηρό τρόπο, αρχής γενομένης από τους Έλληνες φιλοσόφους, οι οποίοι: «Δόξης... κενής και ματαίου πάντες... ερασθέντες ούτε αυτοί το αληθές έγνω­σαν ούτε μην άλλους επί την αλήθειαν προετρέψαντο» (Προς Αυτόλυκον Γ', 3). Η τοποθέτηση αυτή του Θεόφιλου απορρέει από το γεγο­νός ότι οι θεοί του Αυτόλυκου (και επομένως οι θεοί των ειδωλολα­τρών) «εισί... είδωλα και έργα χειρών ανθρώπων». Η θέση αυτή οδη­γεί τον Αυτόλυκο να θεωρεί ότι είναι «χαλεπόν.,.τούνομα του θεού». Τούτο γίνεται κατά τον Απολογητή γιατί ο Αυτόλυκος είναι άπιστος και αυτό δηλώνεται με το καθοριστικό ερώτημα: «ουκ οίδας ότι απάν­των πραγμάτων η πίστις προηγείται;» (Α', 8). Για να ενδυναμώσει την πρότασή του αυτή ο Θεόφιλος κάνει χρήση του παραδείγματος, αναδεικνυόμενος έτσι ένας από τους πρώτους εκκλησιαστικούς συγ­γραφείς που επιχειρούν αυτόν τον τρόπο θεμελίωσης της πίστεως. Τα παραδείγματα που χρησιμοποιεί προέρχονται από την καθημερι­νή ζωή. Συγκεκριμένα, κανένας δεν μπορεί να διαπλεύσει τη θάλασ­σα, αν δεν πιστέψει στο πλοίο και τον πλοίαρχο, ή να θεραπευθεί, αν δεν πιστέψει στον γιατρό, ή να μάθει μια τέχνη ή μια επιστήμη, αν δεν πιστέψει στον δάσκαλο.

Βασικό για την ειδωλολατρική πίστη είναι το ερώτημα στον Αυτόλυκο: «...πιστεύεις τα υπό ανθρώπων γινόμενα αγάλματα θεούς είναι και αρετάς ποιείν. Τω δε ποιήσαντί σε θεώ απιστείς δύνασθαί σε και μεταξύ ποιήσαι;» (Α', 8). Το ερώτημα αυτό οδηγεί τον Απολογητή να διατυπώσει με βεβαιότητα την άποψη ότι τα ονόματα των αρχαιο­ελληνικών θεών «ονόματά εστιν νεκρών ανθρώπων» είτε πρόκειται για τον τεκνοφάγο Κρόνο ή για τον Δία, στον οποίο αναφέρονται τα «περί αδελφοκοιτίας και μοιχείας και παιδοφθορίας». Τα στοιχεία του Θεόφιλου δεν είναι ασφαλώς κατηγορίες ή αποκυήματα της φαντα­σίας των Χριστιανών. Πηγή τους είναι αρχαίοι συγγραφείς και ποιη­τές: «Ταύτα γαρ ουχ ημείς φαμεν, αλλ' οι καθ' υμάς συγγραφείς και ποιηταί κηρύττουσιν» (Α', 9).

 Είναι σημαντικό να παρατηρήσουμε ότι ο Θεόφιλος δεν εκφράζε­ται εναντίον της ειδωλολατρίας με επιπολαιότητα και έπαρση ή προ­κατάληψη. Εκφράζεται με ταπείνωση και επίγνωση για το περιεχό­μενο της συνομιλίας του με τον Αυτόλυκο, ο οποίος ενδεχομένως δεν έχει κατανοήσει όσα περί Χριστιανισμού έχει μελετήσει. Ένα ση­μείο, λοιπόν, το οποίο θεωρεί γελοίο ο Θεόφιλος είναι ότι οι λιθοξόοι (γλύπτες) και οι πλάστες ή ζωγράφοι ή χωνευτές (=χύτες μετάλλων) κατασκευάζουν θεούς, τους οποίους πρώτοι οι κατασκευαστές τους απορρίπτουν («ουδέν αυτούς ηγούνται»). Περαιτέρω, αν οι θε­οί «εγέννων και εγεννώντο» στο παρελθόν, αυτό θα έπρεπε να γίνε­ται χωρίς διακοπή μέχρι σήμερα. Αν όχι, αυτό θα δήλωνε αδυναμία των θεών και θα σήμαινε ή ότι έφθασαν σε βαθύ γήρας και ευλόγως δεν γεννούν ή ότι πέθαναν και επομένως δεν υπάρχουν πια. Αν λοι­πόν οι θεοί ήσαν γεννητοί, έπρεπε μέχρι και σήμερα να γεννώνται, όπως ακριβώς και οι άνθρωποι, και μάλιστα θα έπρεπε να είναι πε­ρισσότεροι από τους θνητούς ανθρώπους. Το ερώτημα λοιπόν που θέ­τει ο Θεόφιλος είναι: Πώς συμβαίνει οι θνητοί και γεννώμενοι άνθρω­ποι να γεμίζουν πόλεις, κώμες και ολόκληρες χώρες, ενώ οι γεννητοί θεοί, πλην όμως αθάνατοι κατά τους ποιητές, να μην υπάρχουν που­θενά, αφού και αυτός ακόμη ο Όλυμπος «τότε μεν υπό θεών κατωκείτο, νυνί δε... έρημος τυγχάνει;» (Β', 3).

Ο Θεόφιλος τονίζει τη διαφωνία μεταξύ ποιητών και φιλοσόφων όσον άφορα στον τρόπο ύπαρξης του Θεού. Γενική είναι η αντίληψη ότι η ύλη προηγείται των ειδωλολατρικών θεών, αφού ο Όμηρος θε­ωρεί θεό τον ωκεανό, ενώ ο Ησίοδος ομιλεί για τη γένεση των θεών χωρίς να ορίζει τον δημιουργό του κόσμου. Κατά τον Θεόφιλο, «οι συγγραφείς πάντες και ποιηταί και φιλόσοφοι λεγόμενοι, έτι μην και οι προσέχοντες αυτοίς» εμπαίζονται με κάθε τρόπο, γιατί «μύθους μάλλον και μωρίας συνέταξαν περί των κατ' αυτούς θεών» (Β', 7).

Πρέπει, βεβαίως, να σημειώσουμε ότι ο Θεόφιλος βιώνει και ένα είδος σύγχυσης, όταν παρατηρεί ότι άλλοι από τους φιλοσόφους και ποιητές «εξόλου θεόν και πρόνοιαν είναι ανείλον» και άλλοι «συνέ­στησαν θεόν και πάντα προνοία διοικείσθαι ωμολόγησαν». Η αντι­κειμενική αυτή τοποθέτηση του Θεόφιλου θα έπρεπε, κατά την άπο­ψή μας, να αποτελέσει κατευθυντήρια γραμμή ολόκληρου του έργου του προς Αυτόλυκον. Το ελαφρυντικό στην περίπτωση του Απολο­γητή είναι ότι οι αποδιδόμενες στους Χριστιανούς κατηγορίες προσ­διόριζαν τον τρόπο και το είδος της απάντησης προς τους κατηγό­ρους ειδωλολάτρες.

Ο Τατιανός συγκαταριθμείται και αυτός μεταξύ των πρώτων σκληρών κατηγόρων των Ελλήνων και εν γένει των εθνικών στον χώρο του Χριστιανισμού, όπως τούτο συνάγεται κατά τρόπο σαφή από το μόνο σωζόμενο έργο του Προς Έλληνας, στο οποίο δεν ανα­φέρεται ούτε μία φορά το όνομα του Χριστού. Επειδή φέρεται ως απόλυτος τιμητής του ελληνορρωμαϊκού και κατ' επέκταση του εθνι­κού κόσμου, δεχόμαστε μάλλον ως ορθή την άποψη ότι «ο τιμητής Τατιανός είναι ολιγώτερον χριστιανός από όσον θα ηδύνατο να φαντασθή κανείς», σε αντίθεση με τον Ιουστίνο, ο οποίος «επιεικής προς τον εθνισμόν... είναι ακραιφνής χριστιανός»6.

Σύμφωνα με το κείμενο του Λόγου, ο Τατιανός δέχεται ότι κα­θετί ελληνικό έλκει την καταγωγή από τους βαρβάρους, δηλαδή τους Ασσυρίους και τους Εβραίους. Πεζός λόγος, ρητορική και ποίηση των Ελλήνων δεν οικοδομούν, αφού τα έργα των σοφών είναι: «επιφυλ­λίδες και στωμύλματα, χελιδόνων μουσεία, λωβηταί τέχνης, λαρυγγιώσι τε οι της σοφίας επιέμενοι και κοράκων αφίενται φωνήν», οι ρήτορες υπηρετούν την τέχνη τους «επ' αδικία και συκοφαντία...» και οι ποιητές θέτουν ως σκοπό στα έργα τους να παρουσιάζουν «μάχας... θεών και έρωτας και ψυχής διαφθοράν» (Λόγος, 1).

 Επίσης, οι Έλληνες σοφοί κατηγορούνται για απάτη και δεν πρωτοτυπούν, αφού παραχάραξαν όσα παρέλαβαν από τον Μωυσή και όσους φιλοσοφούν όμοια με αυτόν, και για να καλύψουν με επί­πλαστο λόγο όσα δεν κατανόησαν, τα διαστρέφουν παρουσιάζοντας «ως μυθολογίαν την αλήθειαν». Η επιθετικότητα του Τατιανού εναν­τίον των Ελλήλων πρέπει να αναζητηθεί στην πιθανή βαρβαρική καταγωγή του, προφανώς δε και στο ότι οι Έλληνες με τον Μέγα Αλέξανδρο είχαν κατακτήσει την πατρίδα του.

Υπάρχει, βεβαίως, και η αντίθετη άποψη. Ότι, δηλαδή, οι δια­τυπώσεις του Τατιανού προδίδουν εσωτερική συμφωνία με τη φιλο­σοφία, αφού για τον Τατιανό, «η σχέση μεταξύ Χριστιανισμού και φιλοσοφίας, μεταξύ βαρβάρων και Ελλήνων ειδωλολατρών βρίσκε­ται πλήρως υπό το φως της ερωτήσεως για την αλήθεια»7. Η προσ­χώρησή του, επομένως, στον Χριστιανισμό θεωρείται ως ένα γεγονός γνώσης, υπό την προϋπόθεση δηλαδή ότι οι Έλληνες υπηρετούσαν την ειδωλολατρία. Ο Τατιανός πάντως πασχίζει να στοιχειοθετήσει τα χρονολογικά στοιχεία του έτσι, ώστε ο Μωυσής να αποδειχθεί αρχαιότερος του Ομήρου και επομένως όλων των Ελλήνων συγγρα­φέων (Απολογητές, σ. 233). Πιστεύει, λοιπόν, ότι έτσι έχουν τα πρά­γματα και άρα όλοι οι Έλληνες σοφοί χρησιμοποίησαν ως πηγή τον Μωυσή, όμως «ου κατ' επίγνωσιν». Το χειρότερο, βεβαίως, είναι ότι οι Έλληνες συγγραφείς δεν αποδείχτηκαν μόνο αντιγραφείς αλλά και παραχαράκτες.

Η αλλαγή πλεύσης από την κατεύθυνση αυτή γίνεται με τον Ιουστίνο, με τον οποίο παρατηρείται «μία κατ' αρχήν ολιγότερο μονό­πλευρη κρίση της ελληνικής σοφίας»8 και αυτό γίνεται με τη διδα­σκαλία περί Λόγου. Ο Λόγος, ως όρος, έλκει βεβαίως την καταγωγή του από τη Στοά, αλλά ο Ιουστίνος θα αχθεί στη σκέψη ότι κάθε καλό και αληθινό της θύραθεν σοφίας και των θρησκειών κατάγεται από τον Λόγο. Στον Λόγο οφείλεται η άποψη ότι σε όλες τις θρη­σκείες βρίσκονται θεοφώτιστοι άνδρες (Απολογητές, σ. 236). Εντός αυτού του πλαισίου κατανοείται η στάση του Ιουστίνου έναντι της ελληνικής φιλοσοφίας. Ο λόγος του είναι σαφής: «Ουχ ότι αλλότρια εστί τα Πλάτωνος διδάγματα του Χριστού, αλλ' ότι ουκ έστι πάντη όμοια, ώσπερ ουδέ τα των άλλων, Στωικών τε και ποιητών και συγ­γραφέων. Έκαστος γαρ τις από μέρους του σπερματικού θείου λό­γου το συγγενές ορών καλώς εφθέγξατο» (Ιουστίνου, Απολογία Β', 13, 2-3). Προς την ίδια κατεύθυνση οδηγούν και οι ακόλουθες θέσεις του Ιουστίνου: «οι... άνευ λόγου βιώσαντες, άχρηστοι και εχθροί τω Χριστώ ήσαν και φονείς των μετά λόγου βιούντων. οι δε μετά λόγου βιώσαντες και βιούντες Χριστιανοί και άφοβοι και ατάραχοι υπάρχουσιν» (Απολογία Α', 46,4). Περαιτέρω, «οι μετά λόγου βιώσαντες Χριστιανοί εισι, καν άθεοι ενομίσθησαν, οίον εν Έλλησι μεν Σω­κράτης και Ηράκλειτος και οι όμοιοι αυτοίς, εν βαρβάροις δε Αβρα­άμ και Ανανίας και Αζαρίας και Μισαήλ και Ηλίας και άλλοι πολ­λοί» (Απολογία Α', 46, 4).

Η Εκκλησία, ως γνωστόν, δεν ακολούθησε τις ανθελληνικές τοποθετήσεις του Τατιανού, αφ' ης στιγμής κυρίως άρχισε να διατυ­πώνει επισήμως τη διδασκαλία της.

Ο δρόμος, βεβαίως, τον οποίο βάδισαν οι Απολογητές στοιχούντες και στο παράδειγμα του Αποστόλου των Εθνών, δεν ήταν απρόσκο­πτος, είτε αναφερόμαστε στη γλώσσα, την οποία χρησιμοποίησαν για να εκφράσουν τους θεολογικούς όρους των Απολογιών τους, είτε στην αντιμετώπιση της ειδωλολατρίας, είτε στα παραδείγματα τα οποία δανείστηκαν από κείμενα ποιητών, φιλοσόφων και λοιπών συγ­γραφέων της κλασικής γραμματείας και εκείνης των ελληνιστικών χρόνων, προκειμένου να γίνει κατανοητή και αφομοιώσιμη από το σύνολο των ανθρώπων η διδασκαλία του Ευαγγελίου.

 *   Το κείμενο της εισηγήσεως στηρίζεται κατά κύριο λόγο στην εργασία μας: Νικ. Ε. Τζιράκης, Απολογητές. Συμβολή στη σχέση των Απολογιών με την αρχαία ελληνική γραμματεία, τεύχος Α', εκδ. Αρμός, Αθήνα 2003. στο εξής: Απολογητές.

    1. Α. Θεοδώρου, Η επίδραση της ελληνικής σκέψεως επί των Θεολογικών Σχολών της Αλεξανδρείας και Αντιοχείας, έκδ. Πανεπιστημίου Αθηνών, Αθήναι 1986, σ. 22.
    2. Α. Θεοδώρου, Ιστορία Δογμάτων, Α', II, σ. 30.
    3. Βλ. Φειδα, Εκκλησιαστική Ιστορία, Α', σ. 136. Η υποδιαίρεση δική μας.
    4. Παν. Κ. Χρήστου, Πατρολογία, Β', σ. 532.
    5. Στ. Παπαδοπούλου, Πατρολογία, Α', Αθήναι 21986, σ. 272.
    6. Παν. Κ. Χρήστου, Πατρολογία, Β', σ. 609.
    7. Μ. ΕLZE, Τatian und seine Theologie, Gottingen, σ. 27.
    8. Ν. Τζιρακη, Απολογητές, σ. 235.

ΠΗΓΗ: ΦΑΙΝΟΜΕΝΑ ΝΕΟΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΙΑΣ
Εκδόσεις ΘΕΟΔΡΟΜΙΑ
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ  2004

Οι διωγμοί



Οι διωγμοί κατά της χριστιανικής Εκκλησίας ανέκοψαν την πρόοδο του Χριστιανισμού στην Ελλάδα, πολύ δε περισσότερο όταν ο αυτοκράτορας Νέρων, δύο έτη μετά τον πρώτο σφοδρό κατά του Χριστιανισμού διωγμό στη Ρώμη, επισκέφθηκε την Ελλάδα περί το 66ο έτος και την συνετάραξε με τις θεατρικές του επιδείξεις και τις καταπιέσεις. Πάντως η παρουσία του παράφρονα εκείνου τυράννου στην Ελλάδα δεν ήταν δυνατό να προαγάγει τη διάδοση της νέας θρησκείας. Ο διωγμός μάλιστα επί του αυτοκράτορα Δομιτιανού (81-96) φαίνεται να είχε και στην Ελλάδα απήχηση, διότι τότε αναφέρεται ότι υπέστη μαρτυρικό θάνατο, δια της πύρας, ο πρώτος επίσκοπος Αθηνών Διονύσιος Αρεοπαγίτης. Μετά τον Διονύσιο επίσκοποι των Αθηνών τάσσονται από την παράδοση ο Ιερόθεος και ο Νάρκισσος, αλλά είναι ιστορικά γνωστό ότι υπέρ της χριστιανικής πίστεως μαρτύρησε ο καταγόμενος από την Αττική επίσκοπος Αθηνών Πούπλιος. Επί του αυτοκράτορα Τραϊανού (98-117) υπέστησαν μαρτυρικό θάνατο στους Φιλίππους οι χριστιανοί Παρμενάς, Ζώσιμος και Ρούφος το 109, το δε 110 ο επίσκοπος Δυρραχίου ?στιος ή Αρίστιος. Ο ανωτέρω μνημονευθείς επίσκοπος Κορίνθου Διονύσιος, ο οποίος ήκμασε κατά τον β΄ αιώνα επί Μάρκου Αυρηλίου (161-180) και υπέστη μαρτυρικό θάνατο, στην επιστολή του, απόσπασμα της οποίας διέσωσε ο Ευσέβιος, έκανε μνεία του Διονυσίου Αρεοπαγίτη ως πρώτου επισκόπου Αθηνών και προσέθετε, ότι οι Αθηναίοι χριστιανοί ολιγώρησαν της κατά το Ευαγγέλιο πολιτείας και κινδύνευσαν να απομακρυνθούν από αυτήν λόγω του διωγμού, κατά τον οποίο μαρτύρησε και ο επίσκοπος τους επίσης σημειώνει ότι διάδοχος του Πουπλίου χρημάτισε ο Κοδράτος, ο οποίος κατόρθωσε να επισυνάξει τη χριστιανική κοινότητα των Αθηνών και να την αναζωπυρήσει στην πίστη. Από την πληροφορία αυτή καταφαίνεται οτι και ο επί Μάρκου Αυρηλίου διωγμός είχε θύματα στην Ελλάδα.
Ο Λατίνος πρεσβύτερος Ιερώνυμος από την ανωτέρω ιστορική μαρτυρία του Διονυσίου επισκόπου Κορίνθου συνήγαγε ότι ο μνημονευόμενος απ' αυτόν ως διάδοχος του Πουπλίου επίσκοπος Αθηνών Κοδράτος υπήρξε ο γνωστός ομώνυμος απολογητής του Χριστιανισμού. Αυτός όμως ήκμασε επί του αυτοκράτορα Αδριανού (117-138), επισκέφθηκε δε την πόλη των Αθηνών κατά τα έτη 125-126. Πάντως προς τον ανωτέρω αυτοκράτορα υπέβαλε την απολογία του ο Κοδράτος κατά την εν λόγω επίσκεψη του. Υπήρξε μάλιστα και άλλος Κοδράτος, μαθητής των αποστόλων, «ευαγγελιστής» και «προφήτης», διάφορος και του επισκόπου Αθηνών και του απολογητή Κοδράτου. Εκτός του τελευταίου και άλλος Αθηναίος φιλόσοφος και απολογητής του Χριστιανισμού, ο Αριστείδης, υπέβαλε στον αυτοκράτορα Αδριανό λαμπρή απολογία υπέρ του Χριστιανισμού, στην οποία αναπτύσσει τη θεμελιώδη αλήθεια ότι οι χριστιανοί κατέχουν τη μόνη ορθή περί Θεού ιδέα και ότι μόνο ο Χριστιανισμός είναι η αληθής θρησκεία, ενώ οι βάρβαροι, οι Έλληνες και οι Ιουδαίοι πλανήθηκαν. Ταυτόχρονα ο απολογητής αποδεικνύει ότι οι χριστιανοί, κατέχοντες την αλήθεια όχι ως απλή θεωρία, αλλά ως πράξη, την εφαρμόζουν στη ζωή τους. Είναι βέβαια πολύ ενδεικτικό για την πνευματική της στάθμη, ότι στη χριστιανική παροικία των Αθηνών καταλέγονταν τέτοιοι επιφανείς άνδρες, όπως ο φιλόσοφος και απολογητής του Χριστιανισμού Αριστείδης. Και άλλος μέγας απολογητής, ο Αθηναγόρας, ήταν «Αθηναίος φιλόσοφος χριστιανός», όπως επιγράφεται στην απολογία του «Πρεσβεία περί χριστιανών», την οποία απέστειλε περί το 177 προς τον Μάρκο Αυρήλιο στη Ρώμη, όπου και είχε μεταβεί. Επίσης, υιός Αθηναίου φιλοσόφου, με το όνομα Αντίοχος, ο οποίος μαρτύρησε στη Ρώμη επί Δομιτιανού, υπήρξε ο επίσκοπος Ρώμης Ανακλητός (76-88), πιθανώς δε και ο Ξυστός Β΄ (257-258) ήταν υιός Αθηναίου φιλοσόφου. Τέλος και οΥγίνος, ο οποίος κατά τη μετάβαση του στη Ρώμη εξελέγη επίσκοπος της πόλεως αυτής (136-140), ήταν Αθηναίος φιλόσοφος χριστιανός.
Οι απολογίες των χριστιανών απολογητών δεν ανέστελλαν τους διωγμούς, οι οποίοι υπεκινοϋντο διαρκώς από τους φανατικούς ειδωλολάτρες. Έτσι, επί του αυτοκράτορα Αντωνίνου Πίου (138-161) κηρύχθηκε και πάλι διωγμός κατά των χριστιανών της Ελλάδας. Ο αυτοκράτορας εξέδωσε διάταγμα «προς Λαρισαίους και Θεσσαλονικείς και Αθηναίους» να μη καταδιώκουν τους χριστιανούς, σύμφωνα με πληροφορίες του Μελίτωνα Σάρδεων που διασώζονται στον Ευσέβιο. Το διάταγμα αυτό μαρτυρεί την ακμή των χριστιανικών παροικιών στις ανωτέρω ελληνικές πόλεις. Ο σκληρός διωγμός που κηρύχθηκε επί του αυτοκράτορα Δεκίου (249-251) επεκτάθηκε και στην Ελλάδα 1 . Μεταξύ των Αθηναίων χριστιανών μαρτύρων του διωγμού εκείνου αναγνωρίσθηκαν ο
Ηράκλειος, ο Παυλίνος και ο Βενέδημος, οι οποίοι κάηκαν ζωντανοί, η δε μνήμη τους τιμάται από την Εκκλησία τη 15 Μαΐου. Πρίν από αυτούς είχαν μαρτυρήσει στην Αθήνα πιθανώς και οι άγιοι Πέτρος, Διονύσιος, Χριστίνα παρθένος, Ανδρέας και Παύλος, των οποίων η μνήμη εορτάζεται τη 19 Μαΐου. Στην Κόρινθο, κατά τον ίδιο διωγμό και επί του ανθυπάτου Κοδράτου υπέστησαν μαρτυρικό θάνατο ο Κυπριανός, ο Παύλος και μερικοί άλλοι, επί δε ανθυπάτου Διονυσίου μαρτύρησαν πολλές γυναίκες, μεταξύ των οποίων και η Αγία Χάρισσα, όπως επίσης και ο άγιος επίσκοπος Αθηνών Λεωνίδας, ο οποίος συνελήφθη στην Τροιζήνα κατά τις ήμερες του Πάσχα και οδηγήθηκε στην Κόρινθο, όπου μετά από πολλά βασανιστήρια απαγχονίσθηκε. Αργότερα ανακομίσθηκε το λείψανο του στην Αθήνα, διασώθηκε δε κοντά στον Ίλισσό ποταμό κρύπτη, η οποία αποτελεί μέρος του ιδρυθέντος, πιθανώς κατά τον Δ΄ αιώνα, «Μαρτυρίου του αγίου Λεωνίδου». Το «Μαρτύριον» ήταν μεγαλοπρεπής βασιλική, όπως μαρτυρούν τα ανακαλυφθέντα αρχαιολογικά λείψανα της 2 . Στη Γόρτυνα της Κρήτης υπέστησαν μαρτυρικό θάνατο ο άγιος επίσκοπος Κύριλλος, γέροντας 84 ετών, και δέκα άλλοι χριστιανοί Θεόδουλος, Σατουρνίνος, Εύπορος, Γελάσιος, Ευνίκιος, Αγαθόπους, Ζωτικός, Κλεομένης, Βασιλειάδης και Ευάρεστος. Κατά τον ίδιο διωγμό, τη 14 Μαΐου 250, μαρτύρησε και ο άγιος Ισίδωρος στη Χίο. Στην Κόρινθο αναφέρονται ως μαρτυρήσαντες επί Δεκίου δεκατρείς χριστιανοί μάρτυρες (η μνήμη τους τιμάται την 31 Ιανουαρίου, τη 10 Μαρτίου και 15/16 Απριλίου). Από τη Θεσσαλονίκη δε καταγόταν και η Ελκιονίς, η οποία υπέστη το μαρτύριο στην Κόρινθο (η μνήμη της τιμάται την 28 Μαΐου). Πολλοί άλλοι μάρτυρες αναδείχθηκαν σε διάφορες άλλες ελληνικές πόλεις και νησιά. Κυρίως όμως η Μικρά Ασία έδωσε τους περισσότερους μάρτυρες κατά τη διάρκεια όλων των διωγμών.
Επί Γαλερίου (305-311) έγινε μεγάλη σφαγή των χριστιανών στην Κόρινθο, κατέστησαν δε γνωστά τα ακόλουθα ονόματα: Μύρων, Βικτωρίνος, Βίκτωρ, Νικηφόρος, Κλαυδιανός, Σαραπίων, Παπίας, Κοδράτος. Από δε τις περιοχές γύρω από την Κόρινθο και οι: Κυπριανός, Διονύσιος, ?νεκτος, Παύλος, Κρίσκης, Λεωνίδας, Ειρήνη, Αδριανός. Κατά τον τελευταίο διωγμό επί Διοκλητιανού, μεγαλομάρτυρας του Χριστιανισμού στη Θεσσαλονίκη αναδείχθηκε το 303 μαζί με τον Νέστορα ο άγιος Δημήτριος, με το ένδοξο όνομα του οποίου συνδέθηκε η περαιτέρω ιστορία της πόλεως. Στην Παλαιστίνη αναδείχθηκε άλλος μεγαλομάρτυρας, ο άγιος Γεώργιος, στη δε Αίγυπτο η Αγία Αικατερίνη, οι οποίοι τιμώνται ιδιαζόντως από τον ελληνικό λαό. Από τη Θεσσαλονίκη κατάγονταν οι μαρτυρήσασες στη Νίκαια Αγάπη, Χιονία και Ειρήνη. Αναφέρονται δε και άλλοι μάρτυρες στη Θεσσαλονίκη, όπως η Ματρώνα, ο Δομίνιος, ο Αλέξανδρος, η Ανυσία, ο διάκονος Αγαθόπους, ο αναγνώστης Θεόδουλος, ο Φλωρέντιος, ο Λούκτος και ο Ταυρίων. Στην Κέρκυρα κάηκαν ζωντανοί οι μάρτυρες Ζήνων, Ευσέβιος, Νέων και Βιτάλιος.
Οι διωγμοί αυτοί κατά του Χριστιανισμού δεν ανέκοψαν την πρόοδο του. «Το αίμα των μαρτύρων υπήρξε ο σπόρος του Ευαγγελίου», όπως ορθά ελέχθη ήδη από τον Τερτυλλιανό κατά τον Δ΄ αιώνα. Η πρόοδος της νέας θρησκείας όμως υπήρξε βραδύτατη στην εστία της πολυθεΐας, την Ελλάδα, η οποία μετά τις προξενηθείσες από τους Ρωμαίους καταστροφές και λεηλασίες υπέστη επιδρομές διαφόρων βαρβάρων, σε εποχή κατά την οποία η αναρχία λυμαινόταν το Ρωμαϊκό κράτος. Κατά την επιδρομή των Γότθων (267) καταστράφηκαν και τα αρχαιότερα χριστιανικά μνημεία, ανάμεσα στα οποία και ο πρώτος ναός στη μνήμη του αγίου Διονυσίου στον Αρειο Πάγο με το πρώτο επισκοπείο των Αθηνών. Είναι αυτονόητο ότι μεταξύ τέτοιων ανωμαλιών δεν ήταν εύκολη η πρόοδος του Χριστιανισμού. Στους διωγμούς αυτούς έθεσε τέρμα ο Μέγας Κωνσταντίνος (306-337), ο πρώτος χριστιανός αυτοκράτορας, ο οποίος και διευκόλυνε την πλήρη επικράτηση της νέας θρησκείας. Ο Κωνσταντίνος έδειξε εύνοια προς την Ελλάδα, προς τιμήν του δε οι Αθηναίοι έστησαν ανδριάντα για τις ευεργεσίες του προς την πόλη. Ο Κωνσταντίνος σκόπευε μεν στην αρχή να καταστήσει πρωτεύουσα του κράτους τη Θεσσαλονίκη, προέβη μάλιστα και σε μερικές προκαταρκτικές εργασίες στο λιμάνι της, αλλά τελικά προτίμησε το Βυζάντιο, αρχαία αποικία των Μεγαρέων, το οποίο έμελλε να γίνει ένα περιφανέστατο κέντρο της χριστιανικής θρησκείας. Η νέα πρωτεύουσα, της οποίας τα εγκαινια τελέσθηκαν την 11 Μαΐου 330, μετονομάσθηκε Κωνσταντινούπολη, το ένδοξο δε αυτό όνομα κυριάρχησε στην περαιτέρω πορεία της χριστιανικής Εκκλησίας.
1. Hertzberg, Β΄ , 172 εξ .
2. Γ.Α. Σωτηρίου, Παλαιά χριστιανική Βασιλική Ιλισσού, Αρχαιολογ. Εφημερίς 1919.

Το φαινόμενο των Χριστιανών απολογητών - Α' Μέρος


Τον πρώτο αιώνα η Εκκλησία αρκείται στο να διακηρύττει την αθωότητά της στις τόσες και τόσες ιουδαϊκές και εθνικές κατηγορίες και να αποδεικνύει τούτη την αθωότητα με την αγιότητά της.
Τα γράμματα του Παύλου και ιδίως του Πέτρου δίνουν το μέτρο αυτής της αρχής. Όμως, καθώς η Εκκλησία απλώνει τη μαρτυρία του Ευαγγελίου, η επίθεση γίνεται πιο συστηματική απ’ τη μεριά κυρίως των εθνικών φιλοσόφων. Οι κατηγορίες κατά των Χριστιανών μπορούν να συνοψιστούν στα ακόλουθα σημεία:
α. Αθεΐα.
β. Αντίθεση προς τους ρωμαϊκούς νόμους.
γ. Μισανθρωπία.
δ. Ανήθικη ζωή.
ε. Συμπόσια, όπου έπιναν αίμα μικρών, κυρίως, παιδιών!
Έχει περάσει ήδη το α' τέταρτο του 1ου αιώνα και μια σειρά από μορφωμένους Χριστιανούς αναλαμβάνει να ανατρέψει τούτες τις αστήριχτες και αστείες στη βάση τους κατηγορίες. Συνεπώς Απολογητική είναι η υπεράσπιση των χριστιανικών αληθειών και της αξίας των ιερών βιβλίων κατά των αιρέσεων. Με την έννοια αυτή πρέπει να διακρίνουμε ανάμεσα στην ελληνική απολογητική και στη λατινική. Η πρώτη περιλαμβάνει τους Χριστιανούς συγγραφείς που έγραψαν απολογίες στην ελληνική γλώσσα για να αποκρούσουν τις διάφορες κατηγορίες και συκοφαντίες των εθνικών εναντίον των Χριστιανών.
Από αυτούς, επιφανέστεροι στον 2ο αιώνα μ.Χ. υπήρξαν οι Αθηναίοι Κοδράτος, Αριστείδης και Αθηναγόρας, οι Παλαιστίνιοι Αρίστων από την Πέλλα και Ιουστίνος, οι Σύριοι Τατιανός και Θεόφιλος Αντιοχείας, οι Μικρασιάτες Απολλινάριος Κλαύδιος, επίσκοπος Ιεραπόλεως και Μελίτων, επίσκοπος Σάρδεων, καθώς και ο Ερμείας, ο συγγραφέας της «Προς Διόγνητο» επιστολής. Όλοι τους είχαν αποκλειστική ή κύρια συγγραφική δραστηριότητα την απόδειξη της αλήθειας του χριστιανισμού έναντι της ειδωλολατρικής πλάνης και γι’ αυτό ονομάστηκαν «απολογητές» και τα συγγράμματά τους «απολογίες». Εκτός από αυτούς και άλλοι συγγραφείς της αρχαίας Εκκλησίας έγραψαν απολογητικά έργα: ο Κλήμης της Αλεξανδρείας, ο Ευσέβιος Καισαρείας, ο Αθανάσιος, ο Κύριλλος Αλεξανδρείας και ο Ωριγένης, που με το έργο του «Κατά Κέλσου» πρόσφερε την πιο έγκυρη και πιο πλήρη υπεράσπιση του Χριστιανισμού, χαρακτηριζόμενη από αριστοτεχνική επιχειρηματολογία και διαλεκτική δύναμη.
Κυριότερος εκπρόσωπος της λατινικής απολογητικής κατά τα τέλη του 2ου αιώνα μ.Χ. υπήρξε ο Μινούκιος Φήλιξ με το έργο του «Οκτάβιος», ενώ τον 3ο αιώνα μ.Χ. διακρίθηκε ο Τερτυλλιανός με τα έργα του «Απολογητικό» (Apologeticum) και «Προς τα έθνη» (Ad Nationes), ο Κυπριανός ο Καρχηδόνιος, καθώς και ο Κομμοδιανός. Τον 4ο αιώνα μ.Χ. αναδείχθηκαν ο Αρνόβιος με το έργο του «Κατά των εθνών» και ο Λακτάντιος (που ονομάζεται και «Χριστιανός Κικέρων», για την καθαρότητα της λατινικής γλώσσας στην οποία έγραψε) με το κύριο έργο του «Θείες διδασκαλίες».
Πολύ λίγες απολογίες σώζονται. Με το πέρασμα του χρόνου, πολλές από τις απολογίες χάνουν τον αρχικό σκοπό και στόχο τους να υπερασπιστούν την Εκκλησία και το Ευαγγέλιο και εκτρέπονται είτε σε επιθέσεις κατά της εθνικής θρησκείας είτε δογματίζουν, παίρνοντας μέρος στις γνωστές διαμάχες που ταλαιπώρησαν την Εκκλησία τους πρώτους τρεις αιώνες.
Θα επιχειρήσουμε μια σύντομη αναδρομή στην απολογητική, που σαν φαινόμενο σφραγίζει με ειδική δύναμη τούτη την περίοδο και της δίνει ένα ξεχωριστό χρώμα.

ΚΟΔΡΑΤΟΣ
Ως πρώτος γνωστός απολογητής του Χριστιανισμού αναφέρεται ο Κοδράτος (Ιερ. catal. 19), που καταγόταν από τη Μ. Ασία και έζησε το β’ μισό του 1ου έως το α’ μισό του 2ου αιώνα μ.Χ., την εποχή των αυτοκρατόρων Τραϊανού και Αδριανού. Το 125, όταν βρισκόταν στην Αθήνα, έγραψε την «Απολογία υπέρ των Χριστιανών», μια απολογητική επιστολή υπέρ της χριστιανικής πίστης, μοναδική σε αποδεικτικά στοιχεία, με πράο και πειστικό τόνο και την παρέδωσε στον αυτοκράτορα Αδριανό, που επισκέφτηκε την πόλη. Κυρίως επικαλείται την ελευθερία των ρωμαϊκών νόμων και την ελευθερία της συνείδησης. Με τον τρόπο αυτό πέτυχε να προκαλέσει διαταγή του αυτοκράτορα προς τον ανθύπατο της Ασίας, Μινούκιο Φουϊδανό, κανείς να μη φονεύεται «χωρίς εγκλήματα και κατηγορία». Η απολογία δε σώζεται. Απόσπασμα του κειμένου, που αναφέρεται στην εγκυρότητα των θαυμάτων του Ιησού, έχει διασωθεί από τον Ευσέβιο, που αποκαλεί τον Κοδράτο «ακουστή των Αποστόλων».

ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ
Σύγχρονος του Κοδράτου, ο Αθηναίος φιλόσοφος Αριστείδης. Γεννήθηκε στην Αθήνα τον 2ο αιώνα μ.Χ., έλαβε επιμελημένη εκπαίδευση στη φιλοσοφική σχολή των Αθηνών, ασπάστηκε το Χριστιανισμό και προσπάθησε να συνδυάσει το Χριστιανισμό με την ελληνική φιλοσοφία. Φημισμένος για την ευγλωττία του, ο Αριστείδης έγραψε απολογία υπέρ των Χριστιανών. Η απολογία του αυτή («Περί θεοσεβείας», 140 μ.Χ.), που φέρνει (κατά τη συριακή μετάφραση) τον τίτλο «Στον αυτοκράτορα Καίσαρα Τίτο Αδριανό, τον ευσεβή Αντωνίνο, από το Μαρκιανό Αριστείδη, τον Αθηναίο φιλόσοφο», υποβλήθηκε στον αυτοκράτορα Αδριανό. Το ελληνικό κείμενο της απολογίας χάθηκε, διασώθηκε όμως έμμεσα και περιλήφθηκε στη μεσαιωνική «Ψυχωφελή ιστορία του Βαρλαάμ και Ιωσαφάτ» και στη συριακή μετάφραση και σε αρμενική (της οποίας μόνο η αρχή σώθηκε). Εκδόθηκε το 1893 από το Χέννεκε και το ίδιο έτος από το Ζέερμπεργκ.

ΑΡΙΣΤΩΝΛίγο αργότερα θα γράψει ένα απολογητικό έργο ο Αρίστων από την Πέλλα της Παλαιστίνης, που έζησε το 2ο αιώνα μ.Χ. κι ήταν χριστιανός εξ Ιουδαίων. Στο έργο του με τίτλο «Αντιλογία (ή διάλογος) Παπίσκου (Ιουδαίου) και Ιάσονος (Χριστιανού εξ Ιουδαίων) περί Χριστού», που γράφτηκε περί το 140 μ.Χ., χρησιμοποιεί δυο φανταστικά μάλλον πρόσωπα. Δυο Ιουδαίους από τους οποίους ο Αλεξανδρινός Παπίσκος εμμένει στον Ιουδαϊσμό, ενώ ο επίσης Ιουδαίος Ιάσων έχει δεχθεί το Χριστιανισμό. Πρόκειται για την πιο αρχαία απολογία κατά του Ιουδαϊσμού.
Σκοπός του διαλόγου (που βασικά απευθύνεται στο ιουδαϊκό έθνος) είναι να αποδειχθεί το μήνυμα περί του Ιησού από τις προφητείες της Π. Διαθήκης. Ο Κέλσος, το 178 μ.Χ., στην πολεμική του κατά του Χριστιανισμού δεν εκτιμά την απολογία και τη χαρακτηρίζει «άξια όχι για γέλια, αλλά για έλεος και μίσος». Από την άλλη μεριά ο Ωριγένης έχει καλή γι’ αυτόν. Από το έργο αυτό σώζονται μόνο μερικά αποσπάσματα.

ΑΠΟΛΛΙΝΑΡΙΟΣ ΚΛΑΥΔΙΟΣ ΚΑΙ ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ
Στα χρόνια του Μάρκου Αυρήλιου εμφανίζονται δυο σημαντικοί απολογητές: Ο Κλαύδιος Απολλινάριος, επίσκοπος Ιεραπόλεως στη Φρυγία τον 2ο αιώνα μ.Χ. κι ο ρήτορας Μιλτιάδης, διάσημος απολογητής της χριστιανικής πίστης. Ο πρώτος έγραψε κατά των Μοντανιστών, πέντε λόγους προς Έλληνες, δυο περί αληθείας, δυο προς τους Ιουδαίους και μια απολογία του Χριστιανισμού, που την παρέδωσε στον αυτοκράτορα Μάρκο Αυρήλιο. Ο δεύτερος απηύθυνε προς τον αυτοκράτορα Μάρκο Αυρήλιο «Απολογία υπέρ των Χριστιανών» και έγραψε και το έργο με τίτλο «Προς τα έθνη υπέρ της αλήθειας και προς τις τότε αιρέσεις». Αν και οι δύο απολογίες χάθηκαν ολοκληρωτικά, γνωρίζουμε όμως από άλλες πηγές, ότι ήταν (κυρίως του Μιλτιάδη) έργα πρωτότυπα με δυνατή επιχειρηματολογία που κέντρισαν το περί δικαίου αίσθημα των Ρωμαίων και διαφημίζονταν πολύ από τους κατοπινούς χριστιανούς συγγραφείς.

ΜΕΛΙΤΩΝ
Μεταξύ των απολογητών μια ειδική θέση κατέχει και ο Επίσκοπος Σάρδεων της Λυδίας, Μελίτων, ένας από τους πιο διάσημους εκκλησιαστικούς συγγραφείς και απολογητές της χριστιανικής πίστης, που έζησε το 2ο αιώνα μ.Χ. Δε σώζονται παρά ελάχιστα στοιχεία για τη ζωή του, αν και εικάζεται ότι άκμασε το διάστημα μεταξύ του 160 και 180 μ.Χ. Ο Ευσέβιος αναφέρει ότι ο επίσκοπος Εφέσου Πολυκράτης αποκάλεσε τον Μελίτωνα «ευνούχο» (δηλαδή παρθένο), «που πολιτεύθηκε πάντα εν αγίω πνεύματι». Ο ίδιος τον κατέτασσε μεταξύ των πιο σπουδαίων μορφών της εποχής. Διακρίθηκε για τη φιλοσοφική του κατάρτιση και τη διαλεκτική ικανότητά του και συνέγραψε πολλά συγγράμματα, ανάμεσα στα οποία διακρινόταν η «Προς Αντωνίνο τον Πίο απολογία». Εξίσου αξιόλογα ήταν τα «Περί Αληθείας», «Κλεις», «Περί του Πάσχα», «Λόγος περί Χριστού» και «Εκλογές», επιλογές σχολιασμένων κειμένων της Π. Διαθήκης.

ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ
Δε θα αναφερθούμε στον Ιουστίνο, το μάρτυρα και φιλόσοφο, γιατί θα μιλήσουμε άλλοτε γι’ αυτόν και το έργο του.

ΤΑΤΙΑΝΟΣ
Μαθητής του Ιουστίνου, ήταν ο Τατιανός, Σύρος θεολόγος (120-173 μ.Χ.), που ίδρυσε τη χριστιανική αίρεση των Εγκρατιστών. Οι γονείς του ήταν εθνικοί, ενώ ο ίδιος, αφού ταξίδεψε σε διάφορες χώρες, πήγε στη Ρώμη, όπου ασπάστηκε το Χριστιανισμό και διδάχτηκε τη χριστιανική διδασκαλία από τον Ιουστίνο. Μετά το θάνατο του δασκάλου του (167 μ.Χ.), πήγε στη Μεσοποταμία και στη Συρία και ίδρυσε αίρεση με στοιχεία από την κίνηση του Βαλεντίνου και τις θεωρητικές κατευθύνσεις των Γνωστικών, τα οποία τροποποίησε έτσι ώστε οι οπαδοί του δεν μεταλάμβαναν κρασί ούτε στη θεία Ευχαριστία. Για το σκοπό αυτό έπιναν νερό και γι’ αυτό ονομάστηκαν και «υδροπαραστάτες». Έγραψε πολλά έργα, από τα οποία σώθηκαν το απολογητικό με τίτλο «Λόγος προς Έλληνες», όπου ερευνά με κάθε λεπτομέρεια τον αρχαίο βίο, τις δοξασίες του, το πιστεύω και τις επιτυχίες του στις τέχνες. Ο Τατιανός δε βρίσκει τίποτε καλό και ωφέλιμο σε ολόκληρο τον αρχαίο κόσμο. Συγχρόνως, το έργο χάνει γρήγορα τον απολογητικό του χαρακτήρα και παίρνει επιθετική μορφή, προσπαθώντας να αποδείξει ότι η χριστιανική θρησκεία είναι πολύ πιο ανώτερη και πιο αρχαία από την εθνική φιλοσοφία και φιλολογία. Σε μερικά σημεία διακρίνεται σαφής ειρωνική διάθεση. Έγραψε και το «Ευαγγέλιο δια τεσσάρων», που αποτελεί μια σύνθεση των τεσσάρων Ευαγγελίων σ’ ένα έργο. Το έργο αυτό, όπου παρέλειψε οτιδήποτε σχετικό με την ανθρώπινη καταγωγή του Ιησού, διαδόθηκε στη Συρία και κυρίως στην Έδεσσα, όπου μάλιστα εκτόπισε τα υπόλοιπα Ευαγγέλια έως τον 4ο αιώνα. Το «Ευαγγέλιο δια τεσσάρων» σώθηκε σε αραβική μετάφραση. Τα υπόλοιπα έργα του, που αναφέρονται από τον επίσκοπο Καισαρείας Ευσέβιο, χάθηκαν.

ΑΘΗΝΑΓΟΡΑΣ
Δυνατός στο γράψιμο και με μοναδική πειστικότητα αναφέρεται ο Αθηναγόρας, Αθηναίος χριστιανός απολογητής και πλατωνικός φιλόσοφος που έζησε το 2ο αιώνα μ.Χ. Η ημερομηνία της γέννησης και του θανάτου του παρέμειναν άγνωστες. Τα αρχαία στοιχεία που αναφέρονται στον Αθηναγόρα είναι πολύ αμφισβητήσιμα. Από όσα γνωρίζουμε γι’ αυτόν, το πιο βέβαιο είναι ότι οδηγήθηκε στη χριστιανική πίστη από το διάβασμα βιβλίων διαφόρων Χριστιανών συγγραφέων, που μελετούσε για να τους αντικρούσει και να τους καταπολεμήσει. Μετά τον προσηλυτισμό του στο Χριστιανισμό εγκατέλειψε την Αθήνα και εγκαταστάθηκε στην Αλεξάνδρεια. Από εκεί, περί το τέλος του 178 μ.Χ. έστειλε στον αυτοκράτορα Μάρκο Αυρήλιο και στο γιο του Κόμμοδο, μια μακρά επιστολή με τίτλο «Πρεσβεία (απολογία) περί των Χριστιανών», στην οποία αξίωνε για το Χριστιανισμό την ίδια ανεξιθρησκία που απολάμβαναν όλες οι άλλες θρησκείες στην αυτοκρατορία και ταυτόχρονα αντέκρουε, μ’ ένα πλούτο επιχειρημάτων, τρεις βασικές κατηγορίες για ανήθικο βίο των Χριστιανών, που ήταν πολύ διαδεδομένες ανάμεσα στο λαό εναντίον των Χριστιανών: την αθεΐα, την αιμομιξία, τη βρώση ανθρώπινης σάρκας (ειδικά σάρκας παιδιών που τα έσφαζαν). Σε ένα δεύτερο έργο του, που θεωρείται επίσης αυθεντικό, τη μελέτη «Περί αναστάσεως των νεκρών», προσπαθεί να αποδείξει ή τουλάχιστον να υπερασπιστεί την ανάσταση των νεκρών, που πάντα αποτελούσε παράδοξο δόγμα για τους εθνικούς και πεδίο για σκωπτικές παρατηρήσεις. Οι πλατωνικές ιδέες στα έργα αυτά αποτελούν τον άξονα, γύρω από τον οποίον μοιραία και αυτόματα περιστρέφονται οι σκέψεις του συγγραφέα. Γι’ αυτό δεν ήταν δυνατόν να θεωρηθούν σαν έκφραση της χριστιανικής πίστης παρά μόνο σε μια εποχή κατά την οποία η Ορθοδοξία δεν ήταν ακόμα πολύ απαιτητική. Για το λόγο αυτόν ίσως ούτε ο Ευσέβιος, ούτε ο Ιερώνυμος, ούτε ο Φώτιος και το λεξικό Σουΐδας τον αναφέρουν στην απαρίθμηση των χριστιανών συγγραφέων. Παρά την ανεπάρκεια αυτή σε δογματικό υλικό, ο Αθηναγόρας είναι ανώτερος από πολλούς απολογητές. Κομψοεπής, χωρίς πλεονασμούς, περιοριζόμενος με την απαράμιλλη αττική λιτότητα στα «ενόντα και τα αρμόζοντα», προικισμένος με μια μεγάλη περιγραφική δύναμη και ένα πειστικό ορθολογισμό, αξιοσημείωτο για την διαύγεια και τη συνεκτικότητά του, μπορεί να πει κανείς ότι κατέχει τα πρωτεία μεταξύ των χριστιανών απολογητών. Οι μεγάλοι ιστορικοί της αρχαίας φιλοσοφίας Eduard Zeller και Wilhelm Nestle, στο έργο τους «Ιστορία της Ελληνικής Φιλοσοφίας», τονίζουν ότι ο Αθηναγόρας άσκησε μεγάλη επίδραση στην Περιπατητική Σχολή της εποχής του, που, αν και συγχωνεύτηκε αργότερα με τη νεοπλατωνική σχολή, υπεράσπιζε συχνά αριστοτελικές ιδέες και αντιλήψεις, που τις βρίσκουμε αυτούσιες στα διασωθέντα συγγράμματά του. Πλατωνικός φιλόσοφος και αριστοτελικός απολογητής, ο Αθηναγόρας, αν κι ασπάστηκε το Χριστιανισμό και έγινε χριστιανός απολογητής, δεν υποτάχθηκε τελείως στα δόγματα της νέας πίστης. Αντίθετα θέλησε να συνδυάσει και να εναρμονίσει τη χριστιανική διδασκαλία με την ελληνική φιλοσοφία, με την οποία ήταν βαθύτατα εμποτισμένος και να εμφανίσει μια ελληνοχριστιανική θεωρία, σύμφωνα με την ουσία του Χριστιανισμού, αλλά και να φωτίζεται συγχρόνως από το φως της αρχαίας ελληνικής σοφίας.

ΘΕΟΦΙΛΟΣ
Ο επίσκοπος Αντιοχείας (από το 169-181 μ.Χ.), Θεόφιλος, υπήρξε ο 6ος κατά σειρά επίσκοπος της πόλης, κατά τον Ευσέβιο. Γεννήθηκε στη Μεσοποταμία, κατά το πρώτο μισό του 2ου αιώνα από γονείς εθνικούς. Αργότερα μεταστράφηκε στο Χριστιανισμό και διαδέχτηκε στον επισκοπικό θρόνο της Αντιόχειας τον επίσκοπο Έρωτα. Άνθρωπος με εξαιρετική μόρφωση, ο Θεόφιλος έγραψε πολλά θρησκευτικά συγγράμματα για την υπεράσπιση του Χριστιανισμού και την καταπολέμηση των ιδεών των αιρετικών και των εθνικών, από τα οποία τα πιο πολλά χάθηκαν. Το κυριότερο έργο του είναι το «Περί πίστεως» που επιγράφεται «Εις Αυτόλυκο» και αποτελείται από 3 βιβλία. Είναι μια απολογία προς το φίλο του Αυτόλυκο, όπου συστηματικά και με θαυμάσιο τρόπο από τη μια μεριά εκθέτει μεθοδικά τις αρχές του Χριστιανισμού και πραγματεύεται θέματα που αφορούν τη φύση του Θεού, τη μέλλουσα ζωή, τις θρησκευτικές ιδέες των εθνικών και τα χριστιανικά ήθη και από την άλλη απορρίπτει μία - μία τις βαριές κατηγορίες κατά των Χριστιανών. Άλλα έργα του είναι: «Σύγγραμμα προς την αίρεση του Ερμογένους», «Λόγος κατά Μαρκίωνος», «Κατηχητικά βιβλία», «Εις το Ευαγγέλιο και τις Παροιμίες του Σολομώντα υπομνήματα». Από τα τελευταία αυτά, τα τρία πρώτα χάθηκαν, ενώ μια λατινική μετάφραση του 4ου αιώνα θεωρείται από τους ερευνητές σαν νόθο έργο που γράφτηκε κατά τον 5ο ή 6ο αιώνα στη Γαλλία.
Σημαντικότερο από τα έργα του ωστόσο θεωρείται το απολογητικό «Εις Αυτόλυκο» που εκδόθηκε από τον Hamfrey (1852) και τον Otto (1861). Ο Θεόφιλος γνωρίζει την ελληνική παιδεία, κατέχει τη αρχαία φιλοσοφία και χειρίζεται τη γλώσσα με μοναδική ευχέρεια. Άλλωστε, το ψηλό πεδίο μόρφωσης του Αυτόλυκου, στον οποίον αφιερώνει και απευθύνει το σύγγραμμα, γίνεται αφορμή για μια συγγραφή από τις πιο αξιόλογες στο είδος τους. Ήταν ο πρώτος που χρησιμοποίησε το όρο «Τριάδα» και γενικά η προσφορά του στη χριστιανική φιλολογία υπήρξε αξιόλογη. Ωστόσο, ο απολογητικός και πολεμικός χαρακτήρας των συγγραμμάτων του εκφράζει μια στενότητα πνεύματος σε ό,τι αφορά την αξιολόγηση της ελληνικής φιλοσοφίας, της οποίας υποτιμούσε την πραγματική αξία. Το πότε πέθανε δεν είναι γνωστό, φαίνεται όμως ότι ζούσε ακόμα κατά τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του Αυρήλιου Κόμμοδου (180-192).

ΕΡΜΕΙΑΣ
Ο τελευταίος απολογητής του τέλους του δεύτερου αιώνα είναι ο Ερμείας (β' μισό 2ου - α' μισό 3ου αιώνα μ.Χ.). Σώζεται το έργο του «Ερμείου φιλοσόφου, Διασυρμός των έξω φιλοσόφων», αποτελούμενο από 10 κεφάλαια, το οποίο συνέταξε με τη μορφή διαλόγου κατά τον τρόπο του Λουκιανού και στο οποίο διαπιστώνονται με ειρωνικό ύφος οι αντιφάσεις μεταξύ των διαφόρων φιλοσοφικών θεωριών. Σκοπός του ήταν να αποδείξει με το έργο αυτό ότι οι αντιφάσεις αυτές είναι απότοκες της δαιμονικής (και όχι της θείας) καταγωγής της φιλοσοφίας. Ιστορικά χαρακτηρίζεται ως περιορισμένης αξίας έργο.

ΚΛΗΜΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ (Τίτος Φλάβιος Κλήμης)
Χριστιανός θεολόγος, πατέρας της χριστιανικής εκκλησίας. Γεννήθηκε πιθανώς στην Αθήνα κατά το 150 από γονείς εθνικούς. Σε νεαρή ηλικία έγινε Χριστιανός και ταξίδεψε για μεγάλο χρονικό διάστημα για να βρει δάσκαλο της αρεσκείας του και άκουσε πολλούς δασκάλους μέχρι να βρει αυτόν που ήθελε. Τελικά εγκαταστάθηκε στην Αλεξάνδρεια, όπου στους κόλπους της χριστιανικής κοινότητας υπήρχε η σχολή του Πανταίνου. Εκεί έγινε πρεσβύτερος και, όταν πέθανε ο Πάνταινος, τον διαδέχθηκε στη διεύθυνση της σχολής. Το 202, εξαιτίας των διωγμών του Σεπτίμου Σεβήρου, εγκατέλειψε την Αλεξάνδρεια. Πέθανε στη Μ. Ασία στο χρονικό διάστημα μεταξύ 211 και 215 μ.Χ.
Έζησε κι έδρασε σε μια αποφασιστική περίοδο για τη διαμόρφωση της χριστιανικής σκέψης. Πράγματι, από τη μια μεριά εξασθενούσε το αίσθημα αναμονής της Β' Παρουσίας, που είχε επικρατήσει στους Χριστιανούς των προηγούμενων ετών, και κατά συνέπεια, γινόταν αισθητή η ανάγκη μιας πιο εδραιωμένης δογματικής οργάνωσης. Από την άλλη οι Πατέρες είχαν επιδοθεί στην πολεμική κατά των Γνωστικών, οι οποίοι υποστήριζαν ότι ήταν δυνατή μια καθαρά ορθολογική γνώση και φιλοσοφία περί των θείων, πεποίθηση που ωθούσε άλλους Χριστιανούς να υποστηρίζουν, αντίθετα, τα δικαιώματα της πίστης ως μοναδικού οργάνου γνώσης.
Ο Κλήμης έγραψε ένα είδος εισαγωγής στο Χριστιανισμό. Πρόκειται για έργο που διαιρείται σε τρία μικρότερα. Στο πρώτο, που τιτλοφορείται «Λόγος προτρεπτικός προς Έλληνες», παροτρύνει τους ειδωλολάτρες να εγκαταλείψουν τους θεούς τους και να προσέλθουν στην αληθινή πίστη. Στο δεύτερο, που έχει τον τίτλο «Παιδαγωγός», απευθύνεται σ’ εκείνους που έχουν ασπαστεί το Χριστιανισμό και καθορίζει ότι ως μοναδικό οδηγό του ηθικού βίου πρέπει να έχουν το θείο λόγο. Το έργο αυτό παρουσιάζει ενδιαφέρον και για το πλούσιο ανεκδοτολογικό μέρος του, στο οποίο ο Κλήμης περιγράφει ζωηρά τα ήθη της εποχής του και σκιαγραφεί το πορτρέτο ενός υποδειγματικού Χριστιανού, κληρονόμου του ελληνικού μέτρου. Το τελευταίο και πιο σημαντικό από τα τρία αυτά έργα, με τίτλο «Στρώματα ή Στρωματείς», θέτει το πρόβλημα των σχέσεων μεταξύ πίστης και φιλοσοφίας. Σ’ αυτό εκφράζει τη διαφωνία του προς τους πιο αδιάλλακτους Χριστιανούς της εποχής του, που πρέσβευαν ότι η σοφία των αρχαίων Ελλήνων σχετικά με τα ζητήματα της φύσης ήταν τελείως απομακρυσμένη από την αλήθεια. Επίσης υποστηρίζει ότι η πίστη προσφέρει την άμεση και αναμφισβήτητη γνώση της αλήθειας, αλλά η φιλοσοφία, όταν φωτίζεται από την πίστη, συμβάλλει στην κατανόηση και στην αποσαφήνιση της αλήθειας αυτής. Έτσι με τον Κλήμη διαμορφώθηκε η φιλοσοφική αντίληψη που έμελλε να κυριαρχήσει σε όλη τη χριστιανική σκέψη του Μεσαίωνα.

ΕΥΣΕΒΙΟΣ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ (265-339 μ.Χ.)
Επίσκοπος Καισαρείας της Παλαιστίνης (313-339), εκκλησιαστικός συγγραφέας και ιστορικός. Επονομαζόταν Ευσέβιος ο Παμφίλου, από το όνομα του δασκάλου του, Παμφίλου. Έζησε την εποχή των σκληρών διωγμών του Διοκλητιανού και των διαδόχων του, αλλά και της ανόδου του Χριστιανισμού. Όταν φυλακίστηκε ο Πάμφιλος (307), έμεινε κοντά του και τον βοήθησε στη σύνταξη της απολογία του. Το 313 (για άλλους, το 315) εκλέχτηκε επίσκοπος Καισαρείας της Παλαιστίνης. Η σύνοδος της Αντιόχειας τον αφόρισε όμως γιατί αρνήθηκε να υπογράψει την ομολογία πίστης κατά του Αρείου. Μάλιστα, στην Α' Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας (325) υποστήριξε «τον Υιό ως Θεό εκ Θεού». Τελικά, πιέστηκε από τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο και αναγκάστηκε να αποδεχτεί τις αποφάσεις εκείνης της συνόδου.
Ο Ευσέβιος θεωρείται από πολλούς ο πατέρας της εκκλησιαστικής ιστορίας. Ανάμεσα στα έργα του, ιδιαίτερα αξιόλογα είναι η «Ευαγγελική προπαρασκευή» και η «Ευαγγελική απόδειξη». Αξιόλογο είναι και το «Χρονικό» που αναφέρεται στην ιστορία των Χαλδαίων, των Ασσυρίων, των Εβραίων, των Αιγυπτίων, των Ελλήνων και των Ρωμαίων. Από το έργο αυτό σώζεται μόνο μια αρμενική μετάφραση και μια λατινική απόδοση του Ιερώνυμου. Το σπουδαιότερο όμως έργο του είναι η «Εκκλησιαστική ιστορία», σε 10 βιβλία, που αναφέρεται στην περίοδο από τη γέννηση του Χριστού έως την ήττα του Λικίνιου από τον Κωνσταντίνο.
Ο Ευσέβιος δεν παραδεχόταν τον όρο «ομοούσιος», που αναφέρεται στην Αγία Τριάδα και θεωρούσε τον Υιό δεύτερο θεό και το Άγιο Πνεύμα κτίσμα του Πατρός. Επίσης, εναντιώθηκε στην προσκύνηση των εικόνων, πράξη που τη χαρακτήριζε ειδωλολατρική. Οι θέσεις του αυτές, που έρχονται σε άμεσα σύγκρουση με τα δογματικά δεδομένα της χριστιανικής θρησκείας, είναι άλλωστε χαρακτηριστικά της ανεξάρτητης προσωπικότητάς του, χάρη στην οποία κυρίως διατηρήθηκε η φήμη του.

ΑΓΙΟΣ ΑΘΗΝΑΓΟΡΑΣ
​ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ

Ημερομηνία πανηγύρεως 24 Ιουλίου.
ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
​Ένας από τους σπουδαιότερους απολογητές και εκκλησιαστικούς συγγραφείς του 2ου μ.Χ. αιώνα μ.Χ. υπήρξε ο  Άγιος Αθηναγόρας. Τις βασικές μας γνώσεις για το πρόσωπο, τη μόρφωση και το έργο του, τις αντλούμε κυρίως δια μέσου δύο διασωθέντων έργων του. Της «Πρεσβείας περί Χριστιανών» και του «Περί αναστάσεως νεκρών». Εξ αυτών συνάγεται ότι καταγόταν από την Αθήνα, όπου σπούδασε τον μέσο Πλατωνισμό και τη Στωική φιλοσοφία. Υπήρξε φιλόσοφος που μεταστράφηκε στο χριστιανισμό, διατηρώντας τη φιλοσοφική του τήβεννο, ενώ τα έργα του διακρίνονται για τη λογοτεχνική τους κομψότητα. Έζησε στα χρόνια των Ρωμαίων συναυτοκρατόρων Μάρκου Αυρηλίου (161 - 180 μ.Χ.) και Κομμόδου (180 - 192 μ.Χ.).

ΠΛΗΡΗΣ ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ
Αθηναγόρας ο ομολογητής Αθηναίος
​Αποτελεί τη χαρακτηριστικότερη περίπτωση λογίου της εποχής του 2ου αι. μ.Χ., ο οποίος επιζητώντας να καταπολεμήσει τις βασικές πεποιθήσεις των χριστιανών μέσα από τη μελέτη της πρώιμης χριστιανικής γραμματείας, εν τέλει ασπάστηκε τον Χριστιανισμό συγγράφοντας μάλιστα απολογία υπέρ αυτού. Σύμφωνα με την παράδοση κύρια αιτία της μεταστροφής του ήταν ο Θείος Φωτισμός του, κατά το πρότυπο του Αποστόλου Παύλου. Έκτοτε αγωνίστηκε για τη σύνδεση των επιτευγμάτων του κλασικού πολιτισμού με τις βασικές χριστιανικές θέσεις περί Θεού, κόσμου και ανθρώπου, διατηρώντας παράλληλα την ενδυμασία του τρίββωνα  (αρχαία τήβεννος). Υπήρξε κράτιστος γνώστης των φιλοσοφικών, ιστορικών και ποιητικών δεδομένων της εποχής του, με αποτέλεσμα να αποτελεί το γλαφυρότερο εκκλησιαστικό συγγραφέα του β΄ αιώνος μ.Χ.. Ο Άγιος, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ένας "χριστιανός φιλόσοφος", καθώς μέσα στην περιρρέουσα φιλοσοφικοθρησκευτική ατμόσφαιρα που ζούσε, προσπάθησε να αποδείξει την αλήθεια περί της υπάρξεως και της Αναστάσεως του Θεού με λογικά κυρίως επιχειρήματα.

Το συγγραφικό του έργο κατέχει αξιόλογη θέση στην εκκλησιαστική γραμματεία των πρωτοχριστιανικών αιώνων, προβάλλοντας την ορθόδοξη Τριαδολογική διδασκαλία, τη θεοπνευστία των Αγίων Γραφών και την αυστηρή ασκητική στάση στον ηθικό βίο των χριστιανών.

Δυστυχώς, τα γνωστά βιογραφικά στοιχεία της ζωής του είναι περιορισμένα και τα περισσότερα εξ αυτών, αντλούνται μέσω των δύο διασωθέντων έργων του.  Την «Πρεσβεία περί Χριστιανών» και το «Περί αναστάσεως νεκρών». Αθηναίος στην καταγωγή, κάτοχος υψηλής φιλοσοφικής και ρητορικής παιδείας, συνέγραψε απολογία υπέρ των χριστιανών προς τους αυτοκράτορες Μάρκο Αυρήλιο και Κόμμοδο κάπου περί των ετών 177-180 μ.Χ.. Η «Πρεσβεία περί Χριστιανών» πρόκειται ουσιαστικά περί μιας απολογίας, που πιθανώς να παρουσίασε  αυτοπροσώπως ο Άγιος στους συναυτοκράτορες. Σε αυτή διαμαρτύρεται για την άδικη αντιμετώπιση και μεταχείριση των χριστιανών από το ρωμαϊκό κράτος, χωρίς όμως να επιτίθεται ευθέως στους εθνικούς.  Προβαίνει σε σύγκριση χριστιανών με φιλοσόφων, διακηρύττει την μονοθεΐα και υποστηρίζει ότι οι χριστιανοί παρότι ζουν και πολιτεύονται μέσα στο πλαίσιο της νομιμότητας, διώκονται αδίκως καθημερινά.

Το δεύτερο έργο του το «Περί Αναστάσεως», γραμμένο σε μικρή χρονική απόσταση από το πρώτο, εκφωνήθηκε πιθανότατα σε μαθητές του στην Αίγυπτο και αποτελεί την πρώτη συστηματική έκφραση μιας χριστιανικής ανθρωπολογίας.





​Ἀπολυτίκιον.
Ἦχος α΄. Τῆς ἐρήμου πολίτης. 
Τῶν ῥητόρων ἀκρότης φιλοσόφων ὁ ἔξαρχος, ἀπολογητὴς ἀνεδείχθης, θείοις ἔργοις καὶ ῥήμασι, πτωχοὺς ὑπερασπίσας πρὸ κριτῶν, σοφὲ Ἀθηναγόρα νουνεχῶς, καὶ ἀδικουμένους πίστει τῇ πρὸς Θεὸν ῥυσάμενος τοὺς μέλποντας· δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σὲ ἁγιάσαντι, δόξα τῷ καταστήσαντι ἡμῖν πρέσβυν σε ἔνθερμον.
Κοντάκιον. ​
Ἦχος δ΄
Ἐπεφάνης σήμερον. Τὸν σοφὸν καὶ ῥητορα, Ἀθηναγόραν, οἱ πιστοὶ τιμήσωμεν, Χριστοῦ τὸν Ὁμολογητήν, ἀδικουμένων ὑπέρμαχον, καταυγασθέντα, φωτὶ τῆς Θεότητος.
                                                                                                           Μεγαλυνάριο.
Χαίροις εὐσεβείας θεῖος ἀνήρ, στῦλος ἐγκρατείας, καὶ σοφίας ἅρμα πυρός, ὁδηγοῦν πρὸς ὕψος, πιστοὺς θεογνωσίας, σεπτὲ Ἀθηναγόρα, θεοειδέστατε.

Λόγος εις τας Μυροφόρους και εις την θεόσωμον ταφήν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, και εις τον Ιωσήφ τον από Αριμαθαίας, και εις την τριήμερον Ανάστασιν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού



Κυριακή των Μυροφόρων: Λόγος εις τας Μυροφόρους και εις την θεόσωμον ταφήν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, και εις τον Ιωσήφ τον από Αριμαθαίας, και εις την τριήμερον Ανάστασιν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού
(Γρηγορίου Πατριάρχου Αντιοχείας)
Η Ευαγγελική περικοπή της Θείας Λειτουργίας.
Κατά Μάρκον Ευαγγέλιον: Ιε.43 – ιστ.8.
"Τω καιρώ εκείνω, ελθών Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας, ευσχήμων βουλευτής, ός και αυτός ήν προσδεχόμενος την βασιλείαν του Θεού, τολμήσας εισήλθε προς Πιλάτον, και ητήσατο το σώμα του Ιησού. Ο δέ Πιλάτος εθαύμασεν ει ήδη τέθνηκε” και προσκαλεσάμενος τον κεντυρίωνα επηρώτησεν αυτόν, ει πάλαι απέθανε. Και γνούς από του κεντυρίωνος εδωρήσατο το σώμα τω Ιωσήφ. Και αγοράσας σινδόνα και καθελών Αυτόν, ενείλησε τη σινδόνι, και κατέθηκεν Αυτόν εν μνημείω, ο ήν λελατομημένον εκ πέτρας. Και προσεκύλισε λίθον επί την θύραν του μνημείου. Η δέ Μαρία η Μαγδαληνή και Μαρία Ιωσή εθεώρουν πού τίθεται.
ΚΑΙ διαγενομένου του σαββάτου, Μαρία η Μαγδαληνή και Μαρία η του Ιακώβου και Σαλώμη, ηγόρασαν αρώματα, ίνα ελθούσαι αλείψωσιν Αυτόν. Και λίαν πρωϊ της μιάς σαββάτων έρχονται επί το μνημείον, ανατείλαντος του ηλίου. Και έλεγον προς εαυτάς: «τίς αποκυλίσει ημίν τον λίθον εκ της θύρας του μνημείου?» Και αναβλέψασαι θεωρούσιν ότι αποκεκύλισται ο λίθος’ ήν γάρ μέγας σφόδρα. Και εισελθούσαι εις το μνημείον, είδον νεανίσκον καθήμενον εν τοις δεξιοίς, περιβεβλημένον στολήν λευκήν, και εξεθαμβήθησαν. Ο δέ λέγει αυταίς: «μή εκθαμβείσθε, Ιησούν ζητείτε τον Ναζαρηνόν τον εσταυρωμένον. Ηγέρθη, ουκ έστιν ώδε, ίδε ο τόπος όπου έθηκαν αυτόν. Αλλ’ υπάγετε είπατε τοις μαθηταίς αυτού και τω Πέτρω, ότι προάγει υμάς εις την Γαλιλαίαν, εκεί αυτόν όψεσθε, καθώς είπεν υμίν.» Και εξελθούσαι έφυγον από του μνημείου, είχε δέ αυτάς τρόμος και έκστασις, και ουδενί ουδέν είπον’ εφοβούντο γάρ".
Απόδοση:
Ο Ιωσήφ, ένα αξιοσέβαστο μέλος του συνεδρίου, που καταγόταν από την Αριμαθαία, και περίμενε κι αυτός τη βασιλεία του Θεού, τόλμησε να πάει στον Πιλάτο και να του ζητήσει το σώμα του Ιησού. Ο Πιλάτος απόρησε που ο Ιησούς είχε κιόλας πεθάνει. Κάλεσε τον εκατόνταρχο και τον ρώτησε αν είχε πεθάνει από ώρα. Όταν πήρε την απάντηση από τον εκατόνταρχο, χάρισε το σώμα στον Ιωσήφ. Εκείνος αγόρασε ένα σεντόνι, κατέβασε τον Ιησού, τον τύλιξε μ’ αυτό και τον τοποθέτησε σ’ ένα μνήμα που ήταν λαξεμένο σε βράχο• μετά κύλησε ένα λιθάρι κι έκλεισε την είσοδο του μνήματος. Η Μαρία η Μαγδαληνή και η Μαρία η μητέρα του Ιωσή παρακολουθούσαν που τον έβαλαν.
Όταν πέρασε το Σάββατο, η Μαρία η Μαγδαληνή και η Μαρία η μητέρα του Ιακώβου, και η Σαλώμη, αγόρασαν αρώματα, για να πάνε ν’ αλείψουν το σώμα του Ιησού. Ήρθαν στο μνήμα πολύ πρωί την επομένη του Σαββάτου, μόλις ανέτειλε ο ήλιος. Κι έλεγαν μεταξύ τους: «Ποιος θα μας κυλήσει την πέτρα από την είσοδο του μνήματος;» Γιατί ήταν πάρα πολύ μεγάλη. Μόλις όμως κοίταξαν προς τα ’κει, παρατήρησαν ότι η πέτρα είχε κυλήσει από τον τόπο της.
Μόλις μπήκαν στο μνήμα, είδαν ένα νεαρό με λευκή στολή να κάθεται στα δεξιά, και τρόμαξαν. Αυτός όμως τους είπε: «Μην τρομάζετε. Ψάχνετε για τον Ιησού από τη Ναζαρέτ, το σταυρωμένο. Αναστήθηκε. Δεν είναι εδώ. Να και το μέρος όπου τον είχαν βάλει. Πηγαίνετε τώρα και πείτε στους μαθητές του και στον Πέτρο: ‘‘πηγαίνει πριν από σας στην Γαλιλαία και σας περιμένει• εκεί θα τον δείτε, όπως σας το είπε’’». Οι γυναίκες βγήκαν κι έφυγαν από το μνήμα γεμάτες τρόμο και δέος• δεν είπαν όμως τίποτα σε κανέναν, γιατί ήταν φοβισμένες.
(Επιμέλεια: Νικολέτα Γεωργία Παπαρδάκη)
Λόγος του Γρηγορίου, Πατριάρχου Αντιοχείας, εις τας Μυροφόρους και εις την θεόσωμον ταφήν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, και εις τον Ιωσήφ τον από Αριμαθαίας, και εις την τριήμερον Ανάστασιν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού
Είναι επαινετός και αυτός ο νόμος της Εκκλησίας, που μας προετοιμάζει να πανηγυρίζωμε την ανάμνηση του αποθησαυρισμού του Χριστού στους νεκρούς. Διότι ποίος, αναλογιζόμενος τον ζωοποιόν θάνατο του Σωτήρος, δεν θα θεωρήση ότι οι νεκροί μέσα στις θήκες τους είναι εξαπλωμένοι σαν σε σκηνές, περιμένοντας την ουράνιο σάλπιγγα, η οποία θα καλή όλους μας προς την φοβεράν ημέρα της κρίσεως;
Ποίος δε, αποβλέποντας προς εκείνον τον σωτήριο τάφο, δεν πλησιάζει στους τάφους σαν σε θαλάμους ζωής; Ποίος, πιστεύοντας ότι ο Κύριος εχει εγερθή από τους νεκρούς, δεν συμπεριφέρεται με τρόπο που φανερώνει ότι πρόκειται να αναστηθή και ο ίδιος, επιτυγχάνοντας την ανάσταση διά μέσου Εκείνου;
Επειδή λοιπόν, υπακούοντας στον καλό νόμο της Εκκλησίας, σεις που ευρίσκεσθε σε εγρήγορση, ετρέξατε προς αυτούς που κοιμούνται στους τάφους, και ο τόπος σας στενοχωρεί, ο πόθος όμως σας χαροποιεί, επειδή είσθε τόσοι πολλοί και έχετε συμπτυχθή σαν το σταφύλι, γι’ αυτό ακούστε, όπως ποθείτε, για το μυστήριον του θανάτου, το οποίον ημπορεί κάποιος να το μάθη, κανείς όμως δεν ημπορεί να το κατέχη.
Ο Δεσπότης Χριστός, ο Υιός του Θεού ο μονογενής, από ιδικήν του πρωτοβουλία, χωρίς να αναγκασθή από κάποιον, αφού ανέβη στον Σταυρό, και απλώνοντας τα χέρια, απεκατέστησε την δικαιοσύνη υπέρ όλης της κτίσεως, κατετρόπωσε δε όλες τις αόρατες και πονηρές δυνάμεις με το Πάθος στο οποίον υπέβαλε το σώμα του, ηθέλησε να γευθή η αγία του σάρκα την τριήμερο νέκρωση προς χάριν όλης της φύσεως, για να χαρίση δια μέσου αυτής στο νεκρωμένο γένος την αθανασία. Και μάλιστα, αφού έγειρε την αγία κεφαλή του, διέταξε σαν δούλο τον θάνατο να προσέλθη στη σάρκα. Έφθασε αμέσως ως δούλος ο θάνατος, υπηρετώντας το δεσποτικόν πρόσταγμα, ως και επερχόμενος εκράτησε το σώμα που του επετράπη να λάβη. Όταν δε εκρατήθη από τον θάνατο το σώμα εκείνο, το φοβερό για τα Χερουβίμ και φρικτό για τα Σεραφίμ, όπως ηθέλησε ο Κύριος του σώματος, έτρεξε η ψυχή του Σωτήρος να ευαγγελισθή στις ψυχές την απολύτρωσή τους. Η δε Θεότης του έμενε και στο σώμα και στην ψυχή, διότι δεν εχωρίσθη κατ’ ουδένα τόπο και τρόπον η θεότης από την ανθρωπότητα μετά την ένωσή τους. Αλλά και στους ουρανούς ήταν και στον τάφο παρευρίσκετο, χωρίς να επηρεασθή καθόλου, διατηρώντας άφθαρτο την περιβολήν της. Μετά την φρικτήν αυτήν οικονομία, κάποιος ευγενής και πλούσιος άνδρας, ο Ιωσήφ που κατήγετο από την Αριμαθαία και είχε γίνει μαθητής του Εσταυρωμένου, αποδίδοντας το τελευταίο χρέος μετά την τελευτή στον διδάσκαλό του, παρουσιάσθη στον Πιλάτο παρακαλώντας τον και λέγοντας: για έναν νεκρό κάμω αυτή την παράκληση, από τους μεν εχθρούς συκοφαντημένον, από δε τους φίλους εγκαταλελειμμένον στον καιρό του πάθους. Για ένα νεκρόν ικετεύω, που δεν έχει αποκτήσει ούτε χρυσάφι ούτε ασήμι ούτε στρατιώτες ούτε συμμάχους ούτε σωματοφύλακες, παρά μόνον μία φτωχή μητέρα, η οποία επλούτισε με τον τοκετό της. για ένα νεκρό πρεσβεύω που με την θέλησή του απέθανε. Επειδή αν δεν ήθελε, δεν θα είχε αποθάνει. Ας κατεβή λοιπόν από τον σταυρό αυτός που σε τίποτε κανέναν δεν ηδίκησε, αλλά αντιθέτως μυριάδες με ευεργεσίες είχε τιμήσει. Χάρισέ μου ένα δώρο, από το οποίο δεν έχεις καλύτερο. Χάρισέ μου ένα δώρο που θα κάνη ευτυχή εμένα που θα το δεχθώ. Δώρησε μου τούτον τον ζωοποιό νεκρό, και εγώ παίρνοντάς Τον, να τον καλύψω στην γή. Δώρησέ μου το τρισμακάριο σώμα, του οποίου τον θάνατο επένθησεν η κτίσις. Δώρησέ μου το σώμα από το οποίον εσχίσθηκαν οι πέτρες, εκδηλώνοντας με το ρήγμα το πένθος τους. Να καταφιλήσω τα τραύματα των αγίων χειρών, από τα οποία εθεραπεύθησαν τα τραύματα της ψυχής μας. Να ψηλαφήσω εκείνην την άχραντο πλευράν, από την οποίαν επήγασεν αίμα μυστικό και ύδωρ αναγεννήσεως. Να ενταφιάσουν τα χέρια αυτά εκείνον που πρόκειται να λύση του θανάτου τα σπάργανα. Να κηδεύσουν τα αμαρτωλά τούτα δάκτυλα εκείνον που έπραξε και εδίδαξε κάθε δικαιοσύνην. Να αγγίσω την αναμάρτητο σάρκα, που τρισμακάριος είναι αυτός που την αγγίζει με πίστη. Να οδηγήσω στο μνήμα αυτόν που θα ανοίξη τα μνημεία των νεκρών. Να δώσω σ’ αυτούς που έφυγαν από την ζωή, την πηγή της Αναστάσεως. Να ανάψω και σ’ αυτούς που κρατεί ο Άδης τον λύχνο της Αναστάσεως.
Αυτά έλεγε ο Ιωσήφ ευσεβώς, και ο Πιλάτος υπήκουσεν ευμενώς, επειδή η θεία δύναμις του ζητουμένου νεκρού ενεργούσε στους αρμοδίους θεοπρεπώς, και εμάλαξε την ψυχή του Πιλάτου, ώστε να υπακούση. Και αμέσως ο πρεσβευτής απεδείχθη ενταφιαστής. Διότι παίρνοντας το σώμα που εποθούσε, το ενηγκαλίζετο και το ησπάζετο, και προσήρμοζε τα χείλη στα άγια μέλη, σκεπτόμενος μέσα του ότι «εάν η αιμορροούσα γυναίκα, αγγίζοντάς το ιμάτιό του με πίστη, κατεξήρανε του αίματος την πηγή, εγώ που πιάνω αυτό το ίδιο το θείον σώμα, δωρεές δεν θα επιτύχω;». Έπειτα, τυλίγοντας με καθαρά σινδόνα τον καθαρό μαργαρίτη, τον απέθεσε στο ιδικό του καινούργιο μνήμα, και τοποθετώντας μια πέτρα στο στόμιο του τάφου, γεμάτος δάκρυα, επέστρεψε, γυρίζοντας συχνά πυκνά προς τον τάφο και θρηνώντας του διδασκάλου την στέρηση.
Αλλά έφθασε του Ιωσήφ την ευσέβεια των Ιουδαίων η ασέβεια. Επειδή πάλιν οι θεομάχοι συνεκεντρώθησαν την ημέρα του Σαββάτου, και προσήλθαν στον Πιλάτο λέγοντας: «Κύριε, εμνήσθημεν ότι ο πλάνος εκείνος έτι ζών είπε: μετά τρείς ημέρας εγείρομαι. Κέλευσον ουν ασφαλισθήναι τον τάφον έως της τρίτης ημέρας. Μήπότε ελθόντες οι μαθηταί αυτού νυκτός, κλέψωσιν αυτόν, και είπωσι τω λαώ ότι ηγέρθη από των νεκρών. Και έστω η εσχάτη πλάνη χείρων της πρώτης». Τι λές εσύ πλάνε και παράνομε Ιουδαίε; Ήταν πλάνος αυτός που εθεράπευσε τους ομοεθνείς σου λεπρούς; Ήταν πλάνος αυτός που απήλλαξε τους τυφλούς πατριώτες σου από την νύκτα που είχε γεννηθή μαζί τους; Πλάνος ήταν αυτός που ελευθέρωσε τους δαιμονιζομένους από την μανία των δαιμόνων; Πλάνος ήταν αυτός που στην έρημο σου προσέφερε γεύμα χωρίς καμμία καλλιέργεια; Πλάνος ήταν αυτός που εκάλεσε τον Λάζαρο να εξέλθη από τον τάφο, και με τον λόγο του εξύπνησε τον νεκρό σαν να κοιμόταν; Ήταν πλάνος ο Χριστός; και ποίος άλλος είναι αληθινός; Ήταν πλάνος ο Χριστός; Γιατί λοιπόν φοβείσαι αυτά που είπε ο πλάνος; Πλάνος ήταν; Και φοβείσαι του νεκρού την φωνή; Αλήθεια, μήπως είπε κάτι για την Ανάστασιν, όταν ακόμη ζούσε; Μήπως πιστεύεις αυτά που προείπε; Γιατί λοιπόν αδίκως ταλαιπωρείσαι για την έκβαση; Σαν λοιπόν δεν αναστηθή ο νεκρός για τον οποίο μεριμνάς, τότε είναι πλάνος, όπως βλασφημείς.
Τι τους απεκρίθη λοιπόν ο Πιλάτος; «Έχετε κουστωδίαν. Υπάγετε, ασφαλίσασθε ως οίδατε». Εάν για τον αντίθεο και παράνομο, όπως τον αποκαλείτε, τόσο πολύ έχετε φρίξει. Εάν εσείς οι ζωντανοί φοβήσθε τόσο τον νεκρό, φρουρά έχετε, στρατιώτες έχετε. Εκστρατεύστε οι πολλοί κατά του ενός. Ασφαλίστε τον νεκρό που τόσο φοβείσθε όπως γνωρίζετε. Θέλετε να σφραγίσετε τον τάφο; Σφραγίστε τον. Θέλετε να τον περιβάλετε με σιδερένιες αλυσίδες; Κάντε το κι αυτό. Μην ειπήτε ύστερα: εάν μας άφηνες να φρουρήσωμε τον τάφο δεν θα εχάναμε τον νεκρό. Πηγαίνετε, ασφαλίστε τον, όπως γνωρίζετε. Αν φανή εκεί ο Πέτρος, θανατώστε τον με τα όπλα σας. Αν έλθη κάποιος από τους μαθητάς του Ναζωραίου, σηκωθήτε αμέσως και σκοτώστε τον. Επιμείνετε να τον φυλάσσετε με προσοχή και ακρίβεια, μην κατορθώση κάποιος ύποπτος να κλέψη τον εχθρό σας.
Με τέτοια λόγια και όπλα και στρατιώτες εφοδιασμένοι οι εχθροί του Σωτήρος, έφθασαν με πολλήν προθυμία και μανία στον τάφο, και βάζοντας σιδερένιες σφραγίδες στο μνήμα εκάθισαν εκεί και τον «φρουρούσαν επί τόσον χρόνον όσον ηθέλησε ο φυλαττόμενος από αυτούς. Εν τω μεταξύ έφθασε η δεύτερη ημέρα. Και την μεν πρώτην ημέρα ο θάνατος αναμασούσε το θήραμά του, και θέλοντας να το δαγκώση με τα δόντια της διαφθοράς του, εστάθη αδύνατον. Και πάλι την δεύτερη ημέρα ηθέλησε να το φάγη, αλλά δεν ημπορούσε. Απορούσε λοιπόν μόνος του και όπως ήταν φυσικό, τοιαύτα διελογίζετο μέσα του: «Ποίος είναι αυτός ο ακαταμάχητος και παράδοξος νεκρός; Ποίος είναι αυτός που ενεκρώθη σύμφωνα με τον φυσικό νόμο και μένει άφθαρτος ξεπερνώντας τον νόμο; Θεός δεν είναι επειδή δεν θα απέθαινε, αφού θα ήταν ασώματος. Άγγελος δεν είναι, αφού έχει ανθρώπινη μορφή. Υπέκυψε σε μένα, όπως ο Αδάμ, αλλά δεν υποκύπτει όπως ο Αδάμ στην φθορά. Σαν άνθρωπος υπεχώρησε ενώπιόν μου, αλλά δεν ανέχεται να πάθη όσα παθαίνουν οι θνητοί. Η σάρκα του αποδεικνύεται ανωτέρα από την διαφθορά. Κανένας από τους νεκρούς στους οποίους έχω βασιλεύσει τόσους αιώνες, δεν εφάνη εδώ με σώμα όπως αυτό. Άραγε μήπως το σώμα αυτό είναι ένδυμα του Θεού, και γι’ αυτό δεν ημπορώ να το μασήσω; Άραγε μήπως αυτή είναι η σκηνή του Λόγου; Άραγε μήπως αυτός είναι ο ναός εκείνου που είπε στους Ιουδαίους: «Λύσατε τον ναόν τούτον και εν τρισίν ημέραις εγερώ αυτόν»; Άραγε μήπως το να μένη αδιάφθορος σημαίνη ότι πρόκειται να αναστηθή; Άραγε μήπως ο παράδοξος αυτός νεκρός ήλθε να κατασκοπεύση τους νεκρούς; Άραγε μήπως λάβη και τους νεκρούς που από παλαιά έχω καταπιεί και τους ανεβάση εκεί επάνω μαζί του; Άραγε μήπως, όπως ο Ιωνάς στην κοιλία του κήτους έζησε χωρίς να κινδυνεύση, έτσι και αυτός μένη εδώ σε μένα περιμένοντας την τρίτην ημέρα, για να αναστηθή πρώτος αυτός και να ανοίξη και στους άλλους νεκρούς τον δρόμο; Αυτά έλεγε ο θάνατος, όχι με λόγια, αφού ομιλούσαν τα γεγονότα.
Ενώ συνέβαιναν αυτά, και οι φύλακες των Ιουδαίων ήσαν καθισμένοι κοντά στο μνήμα, «οψέ Σαββάτων, τη επιφωσκούση εις μίαν Σαββάτων», ξημερώνοντας Κυριακή, «ήλθε Μαρία η Μαγδαληνή και η άλλη Μαρία θεωρήσαι τον τάφον». Ω παράξενα και παράδοξα θαύματα! Ο Πέτρος, ο πρώτος στρατηγός του Χριστού, εφοβήθη την γλώσσα της παιδίσκης και ηρνήθη ζωντανόν τον Κύριόν του, και γυναίκες τόσο αδύνατες και δειλές ήλθαν να τιμήσουν νεκρό τον διδάσκαλό τους. Ήλθαν να ιδούν τον τάφο. Διότι δεν είχαν ακόμη πιστεύσει ότι θα αναστηθή. Ήλθαν να ιδούν τον τάφο, ωστε να παρηγορήσουν λίγο την λύπη τους με την θέα του μνήματος. Διότι ο τάφος γνωρίζει να παρηγορή τις πονεμένες ψυχές με τη θέα του, καθώς και το δάκρυ όταν έρχεται. Ήλθαν να ιδούν τον τάφο, και πλησίαζαν μεν, όχι όμως όσο εποθούσαν, για τον φόβο των Ιουδαίων. Πότε πότε επλησίαζαν κοντύτερα και κρυφά. Έρραιναν τον τάφο με μύρα και πάλιν αναχωρούσαν χωρίς να γίνουν αντιληπτές. Εστέκοντο έτσι από μακρυά, και ατενίζοντας τον τάφο με μάτια δακρυσμένα, με στεναγμούς και οδυρμούς, ενόμιζαν ότι υπηρετούν τον Κύριο. Κάπου κάπου κατηγορούσαν και τους Ιουδαίους με σιγανή φωνή, λέγοντας η μία στην άλλη, όπως είναι φυσικό: «Πώς ετόλμησαν αυτά τα πράγματα εναντίον τοιούτου Δεσπότου, χωρίς να έχουν καμμία δικαία κατηγορίαν εναντίον του; Πώς δεν έφριξαν καρφώνοντάς τον στον Σταυρό; Αυτόν τον οποίο βλέποντας ο ήλιος να σταυρώνεται έφυγε; Πώς δεν εφοβήθησαν να παραδώσουν στον θάνατο αυτόν που τίποτε άξιον θανάτου δεν έπραξε; Πώς δεν εχόρτασαν την ωμότητά τους ούτε μετά τον θάνατο, που μάταια τον προεκάλεσαν; Έστω, τον καιρό που ζούσε, τον είχαν τόση μανία. Γιατί όμως και μετά τον θάνατο προσεδρεύουν στο μνήμα, εμποδίζοντας και τους ευεργετημένους να εισέλθουν και με θάρρος να προσκυνήσουν τον τάφο, και να του αποδώσουν με τα δάκρυα μικράν αμοιβή για την χάρη που ο καθένας έλαβε;»
Με παρομοίους οδυρμούς επενθούσαν οι γυναίκες σαν νεκρό τον Χριστόν, όταν αυτός ο ίδιος ο πενθούμενος Δεσπότης, διαφεύγοντας την προσοχή των φυλάκων και αφήνοντας τον τάφο σφραγισμένο, με ένα άλμα ευρέθη έξω απ’ αυτόν, όπως μόνος Αυτός γνωρίζει, και έστειλε έναν άγγελο λέγοντάς του: «πήγαινε σ’ αυτές τις γυναίκες τις ανδρείες και πιστές, που πενθούν και με νομίζουν ακόμη νεκρό, και πληροφόρησέ τες ότι ενίκησα τον θάνατο και, oπως βλέπεις, ζω. Μετάβαλε την σκυθρωπότητά τους σε φαιδρότητα. Μετακίνησε με το χέρι σου τον λίθο, τον οποίον ησφάλισαν πολλά χέρια μαζί. Πείσε τες πόσα ημπορεί ένας νόμιμος στρατιώτης νομίμου Βασιλέως, εναντίον πολλών ανόμων στρατιωτών ενός τυράννου. Εισάγαγε τις γυναίκες στον θάλαμο του τάφου, ώστε ερευνώντας τον τόπο όπου με την θέλησή μου είχα τοποθετηθή νεκρός, να ανυμνήσουν την δύναμή μου. Να φανής και στους φύλακες του μνήματος φοβερός, και κατάπληξέ τους όλους με την όψη σου, για να μάθουν από την δύναμή σου ότι όχι από αδυναμία, αλλά από φιλανθρωπίαν υπέμεινα το θράσος τους. Σύ να προπορευθής αναγγέλλοντας τον βασιλικό θρίαμβο, και εγώ, ερχόμενος μαζί σου, θα σαλεύσω πάλι την γη, για να γίνη ο σεισμός συνήγορος της αναγγελίας σου.»
Έφθασε λοιπόν γρήγορα στον δεσποτικόν τάφον ο άγγελος. Δεν ετόλμησε να παρακούση του Κυρίου το πρόσταγμα. Και πρώτα μεν, όταν έφθασε, ετίναξε συνθέμελα την γη για να ξυπνήση τους φύλακες, και έχοντάς τους μάρτυρες να τους φανερώση την αιτία για την οποίαν ήλθε. Κατόπιν, καθώς αυτοί εκοιτούσαν, εκύλισε την πέτρα από την θύρα του μνημείου και εκάθισε επάνω της καταγελώντας τις σιδερένιες σφραγίδες, και βλέποντας επιτιμητικώς τους Ιουδαίους που ενεπιστεύθησαν στην πέτρα την ασφάλεια. «Ην δε η μορφή αυτού ως αστραπή». Πράγματι, όπου δεν υπάρχει νέφος αμαρτίας για να σκιάση, εκεί η λαμπρότης της μορφής είναι πολλή. «Και το ένδυμα αυτού λευκόν ωσεί χιών». Διότι είχε την μορφή και την στολήν ανταξία των γεγονότων που έμελλε να διακηρύξη. Επειδή έπρεπε οπωσδήποτε ο αγγελιοφόρος του χαρμοσύνου γεγονότος να είναι σε όλα του χαροποιός.
Αφού κατέπληξε από τον πολύ φόβο τους φύλακες και σχεδόν ενέκρωσε όλους τους παρόντες Ιουδαίους, «γιατί φοβείστε», τους έλεγε, «Φαρισαίοι, γιατί τρέμετε και πέσατε όλοι με τα πρόσωπα κάτω σαν νεκροί; Σ’ εμένα τον δούλο νεκροί και στον Δεσπότη τολμηροί; Εγώ ο στρατιώτης σας εφάνηκα φοβερός, και ο Βασιλεύς των Ουρανών ευκαταφρόνητος; Την παρουσία ενός αγγέλου δεν την αντέχετε, και πώς εφανταστήκατε ότι θα αποδυναμώσετε την ενέργεια του Δημιουργού των αγγέλων; Αφού δεν είστε σε θέση να εμποδίσετε εμένα τον ουράνιον εργάτη να μετακινήσω την πέτρα, πώς θα ημπορούσατε να εμποδίσετε τον τεχνίτη όλης της κτίσεως που θέλει να ανακαινίση τον ναό του σώματός του; Δεν ημπορείτε να εμποδίσετε το δημιούργημα και επιχειρείτε να αντισταθήτε στον ποιητή; Αλλά σηκωθήτε και κοιτάξτε γύρω σας προσεκτικά: Μήπως ο Πέτρος είναι τώρα μαζί μου; Μήπως κάποιος απο τους αλιείς κλέβει μαζί με εμένα τον νεκρό; Μήπως έχει ο Θεός ανάγκη βοηθού; Μήπως χρειάζεται συνεργάτην ο Θεός Λόγος για την ανάσταση της ιδικής του σαρκός;»
Αυτά είπε στους Φαρισαίους και τους φύλακες και, αφήνοντάς τους να σπαρταρούν στο έδαφος, έστρεψε προς τις γυναίκες το πρόσωπο. Και πρώτα μεν τις άφησε να απολαύσουν ένα βλέμμα ήμερο και ιλαρόν. Έπειτα απέβαλε τον φόβο της ψυχής τους φωνάζοντάς τους: «Μη φοβείσβε υμείς». Αυτοί να δειλιάσουν και να φοβηθούν, επειδή είναι εχθροί και πολεμούν. Σεις όμως μη φοβείσβε, αλλά να σκιρτάτε και να χαίρετε, επειδή οι πράξεις σας αξίζουν βραβεία. Σεις μη φοβείσθε. Αφού σε μία Δεσποτίαν ανήκουμε, δοξάζουμε τον ίδιο Κύριο.» Οίδα ότι Ιησούν τον εσταυρωμένον ζητείτε». Δεν είπε «Ιησούν τον νεκρόν». Αφού τότε δεν ήταν νεκρός, αλλά «Ιησούν τον εσταυρωμένον», αυτόν που για σας κατεφρόνησε την αισχύνην» του σταυρού. Ζητείτε εκείνον που ζητεί αυτούς που τον ζητούν. «Εγώ τους εμέ φιλούντας αγαπώ, οι δε εμέ ζητούντες ευρήσουσι χάριν». Ζητείτε αυτόν που είναι «εγγύς των επικαλουμένων αυτόν». Γνωρίζω ότι τον Ιησούν τον εσταυρωμένον ζητείτε. «Ουκ έστιν ώδε», δεν είναι εκεί που νομίζετε. Δεν είναι εκεί όπου τον είχαν τοποθετήσει.
Τι λέγεις, άγγελε; Δεν είναι εδώ ο Δεσπότης μας και Κύριος; Δεν είναι η αφορμή των δακρύων μας εδώ; Ματαίως τον επενθήσαμε; Ματαίως του προσεφέραμε αυτά που αρμόζουν στους νεκρούς; Δεν είναι εδώ; Τον μετέφεραν πάλι κάπου αλλού οι πονηροί; Εφθόνησαν και την ταφή του, αυτοί που είχαν φθονήσει την ζωή του; Δεν είναι εδώ; Αλλά πού είναι; Ειπέ μας, σε παρακαλούμε, γρήγορα. Στήριξε τις ψυχές μας που τρέμουν. Μη προσθέσης πένθος άλλο στο πένθος μας. Δείξε μας τον τόπο του νεκρού που αναζητούμε, ώστε τρέχοντας γρήγορα εκεί να αφήσωμε την λύπη να ξεχυθή από τα μάτια μας.
Και ο άγγελος είπε: «Θέλετε να μάθετε πού είναι αυτός που αναζητείτε και πώς ανέστη; Θα σας διηγηθώ εγώ, επειδή γι’ αυτό με έστειλε σε σας ο ίδιος ο νεκρός που ζητείτε, για να σας διδάξω την Ανάσταση, και να θεραπεύσω τις ψυχές σας και τα δάκρυα να σταματήσω και να σας τονώσω ευφραίνοντάς σας με την διήγηση. «Ηγέρθη, καθώς είπε». Αλήθευσε και τώρα όπως συνήθως η Αλήθεια, και αυτά που είπε με τα λόγια, τα εξεπλήρωσε με τα έργα. Η αθάνατος θεότης του δεν έπαψε να ζη. Και την ώρα του θανάτου της σάρκας, το θνητόν του σώμα, κλείνοντας τους σωματικούς του οφθαλμούς, εδέχθη τον ύπνο του θανάτου. «Αναπεσών γαρ εκοιμήθη ως λέων» βασιλικώς, εξέφυγε όμως και εξήλθε από εδώ θεοπρεπώς. Δεν αντελήφθησαν οι φύλακες την διέλευση εκείνου που εφρουρούσαν. Διότι δεν ήσαν άξιοι αυτόν τον οποίον επολεμούσαν να τον ιδούν αναστημένο. Δεν εμπόδισε ο τάφος την Ανάσταση του Παντοδυνάμου. Δεν κατέστη δυνατόν στον θάνατο να δέση αυτόν που δεν έχουν δέσει οι αμαρτίες. Υπεχώρησε χωρίς να θέλη ο τύραννος στον Βασιλέα. Ο ίδιος ο Άδης έτρεμε από τον φόβο του. Οι θυρωροί του Άδου, πετώντας τα κλειδιά και ανοίγοντας τις πύλες, δεν ετόλμησαν να ειπούν τίποτε σε κανέναν από εκείνους που ανεστήθησαν μαζί του. Ανέστη, λοιπόν, καθώς είπε. Πώς να σας διηγηθώ τα ανέκφραστα; Πώς να κηρύξω αυτά που νικούν κάθε λόγο και νου; Πώς να εξηγήσω της Δεσποτικής Αναστασεως το μυστήριον; Και ο Σταυρός μυστήριον είναι. Και ο τριήμερός του θάνατος μυστήριον. Και όλα όσα αφορούν τον Σωτήρα είναι μυστήρια. Διότι, όπως εγεννήθη «κεκλεισμένων των θυρών» της παρθενίας, έτσι ανέστη με κλεισμένον τον τάφο. Και όπως εγεννήθη πρωτότοκος από την μητέρα ο μονογενής Υιός του Θεού, έτσι με την Ανάστασή του έγινε πρωτότοκος των νεκρών. Όπως, λοιπόν, δεν έλυσε την παρθενία της Παρθένου μητέρας με την γέννησή του, έτσι δεν έλυσε τις σφραγίδες του μνήματος με την Ανάστασή του. Ούτε λοιπόν την γέννησή του ημπορώ σε λέξεις να περιλάβω, ούτε την φυγή από το μνήμα να καταλάβω. Βλέπω τον τόπο της Αναστάσεως, και προσκυνώ την Ανάσταση. Δεν πολυεξετάζω την Ανάσταση. Προσκυνώ τον τόπο του θαύματος, αν και δεν αντιλαμβάνομαι τον τρόπο του πράγματος. Αυτά που βλέπω, εκείνα θέλω να σας υποδείξω. «Δεύτε, ίδετε τον τόπον όπου έκειτο ο Κύριος». Γι’ αυτό μετετόπισα τον λίθο. Όχι για να χαρίσω πύλη εξόδου στον Ιησού. Δεν είχεν ανάγκην από την ιδική μου βοήθεια η βοήθεια των απάντων. Επειδή ο ακρογωνιαίος λίθος, πριν αποκυλίσω τον λίθο, όπως ηθέλησε, ανεπήδησε. Αλλά το έκαμα για να εξετάσετε σεις τον τόπο, και να ανυμνήσετε τον αναστημένο Χριστό. «Δεύτε ίδετε τον τόπο όπου έκειτο ο Κύριος». Ίδετε τώρα τον τόπον, και σε λίγο θα ιδήτε και τον παράδοξο καρπό του τόπου. Ελάτε να ιδήτε τον τόπον όπου ο διάβολος εδέχθη την καίρια πληγή. Ελάτε να ιδήτε τον τόπο στον οποίον εγράφη το συμβόλαιο της ιδικής σας αναστάσεως. Ελάτε να ιδήτε τον τόπο στον οποίο απέθανεν ο θάνατος. Ελάτε να ιδήτε τον τόπο στον οποίον εσπάρη ο άσπορος κόκκος του σώματος και εβλάστησε το πλούσιο στάχυ της αθανασίας. Ελάτε να ιδήτε τον τόπο που είναι πιο ευχάριστος από όλους τους παραδείσους. Ελάτε να ιδήτε τον τόπο που είναι λαμπρότερος από κάθε βασιλικό νυμφικό κοιτώνα. Ελάτε να ιδήτε τον τάφο που χωρίς φωνή διακηρύττει του θαμμένου την δύναμη. Σκύψετε να ιδήτε το μνήμα που έγινε πύλη της αφθάρτου ζωής. Σκύψετε να ιδήτε το σπήλαιον από το οποίο μεταφερθήκατε στον ουρανό. Σταματήστε τους στεναγμούς και τα δάκρυα. Λέγετε στον θάνατο χορεύοντας: «Πού σου θάνατε το κεντρί; Πού σου άδη το νίκος;». «Και ταχύ πορευθείσαι είπατε τοις μαθηταίς αυτού oτι ηγέρθη από των νεκρών, και ιδού προάγει υμάς εις την Γαλιλαίαν. Εκεί αυτόν όψεσθε. Ιδού είπον υμίν». Κοιτάξτε μην κρύψετε το θαύμα στην σιωπή. Δεν είναι ακίνδυνος για τους δούλους η αποσιώπησις των θαυμάτων του Κυρίου. «Και εξελθούσαι ταχύ από του μνημείου μετά φόβου και χαράς μεγάλης, έδραμον απαγγείλαι τοις μαθηταίς αυτού» ότι ηγέρθη από των νεκρών «και ιδού προάγει υμάς εις την Γαλιλαίαν. Εκεί αυτόν όψεσθε, καθώς είπεν υμίν».
Τις γυναίκες αυτές προέτρεπε το Πνεύμα το Άγιον να τρέχουν πιο γρήγορα, λέγοντας με το στόμα του Προφήτου Ησαϊου: «Γυναίκες ερχόμεναι από θέας, δεύτε. Ου γαρ λαός έστιν έχων σύνεσιν». Καθώς λοιπόν έτρεχαν οι μυροφόρες γυναίκες με φόβον και πόθον πολύν, και συνηγωνίζοντο μεταξύ τους για την ταχύτητα της οδοιπορίας, αφού η κάθε μία ήθελε να φθάση πρώτη και να φέρη στους Αποστόλους το Ευαγγέλιο που τους ενεπιστεύθησαν, έξαφνα τους παρουσιάσθη ο Σωτήρ, επισφραγίζοντας τα λόγια του αγγέλου με την σφραγίδα της μορφής του. Και ανεπτέρωσε τις ψυχές τους λέγοντάς τους «Χαίρετε…». Η κατάκριτος Εύα εδικαιώθη. Ο εξόριστος Αδάμ ανεκλήθη. Η απόφασις έχει πλέον λυθή. Ο πονηρός όφις κατεπατήθη, ο διάβολος έχει πλέον καταπέσει, οι συνήγοροι του διαβόλου κατησχύνθησαν. Οι εχθροί κατετροπώθησαν. Οι Ιουδαίοι πενθούν απαρηγόρητα. Οι Φαρισαίοι θρηνούν γι’ αυτό που ετόλμησαν. Ο σταυρός εφάνη συνήγορός μου. Ο τάφος έγινε μάρτυς της δυνάμεώς μου. Ο θάνατος ομολογεί την ήττα του. Υπεγράφη για τους ανθρώπους η αθανασία. Μαζί μου ανεκαινίσθη η φύσις των ανθρώπων. Μαζί με εμένα θα ξαναζήσουν όλοι αυτοί που απέθαναν. Μαζί με εμένα βασιλεύει αυτός με τον οποίον έχω ενωθή. Στο πρόσωπό μου εστεφανώθη η εικόνα μου. Αυτοί είναι οι καρποί της τριημέρου ταφής μου. Αυτοί είναι οι στέφανοι της κατά του θανάτου νίκης. Αυτοί είναι οι βασιλικοί μαργαρίτες της ιδικής μου βασιλείας, τους οποίους παίρνοντας από τον βυθό του Άδου έφερα στους εραστάς μου. Για όλα αυτά λοιπόν να χαίρετε, να χορεύετε, να αγάλλεσθε, να πανηγυρίζετε. Πηγαίνετε να τα αναγγείλετε στους αδελφούς μου. Βλέπετε πόσον αμνησίκακος είμαι και φιλάνθρωπος. Ονομάζω αδελφούς εκείνους που με εγκατέλειψαν επάνω στον σταυρό. Επειδή γνωρίζω να μακροθυμώ, όταν υβρίζωμαι. Γνωρίζω να υπομένω την αχαριστία. Γνωρίζω να ανέχωμαι τις αδυναμίες των φίλων μου. Γνωρίζω να ελεώ και να δέχωμαι όσους αμαρτάνουν και δακρύζουν γι’ αυτό. «Υπάγετε, απαγγείλατε τοις αδελφοίς μου, ίνα απέλθωσιν εις την Γαλιλαίαν, κακεί με όψονται». Αναγγείλατε στους μαθητάς μου τα μυστήρια που είδατε σεις. Γίνετε πρώτες διδάσκαλοι των διδασκαλων. Ας μάθη ο Πέτρος, που με ηρνήθη, ότι ημπορώ και γυναίκες να αναδείξω αποστόλους. Ας πορευθούν και στην άλλη Γαλιλαία να ιδούν την πτωχή λίμνην από την οποία τους αλίευσα. Για να αλιεύσουν τους ιχθύς τους λογικούς. Ας ιδούν την λίμνην από την οποία τους μετέθεσα στην ανθρώπινη θάλασσα.
Αυτά έλεγε στις γυναίκες ο Κύριος. Αυτός και τώρα παρίσταται αοράτως στην κολυμβήθρα για εκείνους που πιστεύουν. Αυτός αγκαλιάζει τους νεοφωτίστους ως φίλους και αδελφούς και τους λέγει: Χαίρετε. Αυτός γεμίζει με χαρά και ευφροσύνη τις καρδιές και τις ψυχές τους. Αυτός αποπλύνει τους ακαθάρτους με το ύδωρ της χάριτος. Αυτός χρίει εκείνους που αναγεννώνται με το μύρον του Πνεύματος. Αυτός παρέχει στους δούλους του το πνευματικό συμπόσιον. Αυτός λέγει προς όλους τους ευσεβείς: «Λάβετε, φάγετε τον ουράνιον άρτον. Λάβετε την πηγήν της πλευράς μου, που αντλείται συνεχώς και ποτέ δεν εξαντλείται. Όσοι πεινάτε, χορτάσετε. Όσοι διψάτε, μεθύσετε σωτήριον και σώφρονα μέθη.» Αλλά ω Βασιλέα των Ουρανών, που κάθεσαι στα δεξιά της μεγαλωσύνης εκεί υψηλά, ο Κύριος των ασωμάτων δυνάμεων, αυτός που όπως θέλεις καθοδηγείς την κτίση, που κυβερνάς με καλωσύνη την ανθρωπότητα, συ που μας εχάρισες την ημέρα και την πανήγυριν αυτή, ελέησόν μας, όπως ελέησες την πόρνη, μη μας αποδιώξης, εαν με το θάρρος που έχουμε στην φιλανθρωπία σου τολμήσωμε με χέρια αμαρτωλά να κρατήσωμε το άγιόν σου σώμα (την παλιά εποχή και οι λαϊκοί μεταλάμβαναν το άγιο σώμα με τα χέρια). Και όπως δεν απεδίωξες εκείνην την αμαρτωλόν, την πόρνη που εκράτησε τα άχραντα πόδια σου, να ανεχθής, σε παρακαλούμε, και εμάς τους αναξίους που σε κρατούμε, και ως φιλάνθρωπος, περιποιήσου όλους εμάς, και ως φιλάνθρωπος, σαγήνευσέ μας στα δίκτυα του φόβου σου. Όπως συνέλαβες τον τρισμακάριον Παύλον από τον ουρανό και τον ανέδειξες Απόστολο, αξίωσε και εμάς να επιτελούμε με καθαρή συνείδηση την ημέρα της τριημέρου και ζωοποιού Αναστάσεώς σου. Διότι συ είσαι ο μόνος αγαθός και φιλάνθρωπος Δεσπότης, Χριστέ ο Θεός ημών. «Και σοι πρέπει η δόξα και η εξουσία συν τω Παναχράντω σου Πατρί και τω ζωοποιώ Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.»
(6ος αιών – Migne P.G. τ. 88, στ. 1848. Από το βιβλίο "Πατερικόν Κυριακοδρόμιον", σελίς 47 και εξής. Επιμέλεια κειμένου: Δημήτρης Δημουλάς).
(Πηγή ηλ. κειμένου: orp.gr)